Προς Ναυτιλομένους

Στο blog αυτή τη στιγμή μπορείτε να βρείτε κάποια από τα άρθρα (τόσο σε έντυπα, όσο και στο internet) και τις μεταφράσεις μου, τα φανζίν τα οποία έχω βγάλει ή στα οποία έχω συμμετάσχει, καθώς και πληροφορίες για το μικρό συγγραφικό μου έργο, πατώντας τα αντίστοιχα λήμματα κάτω από τη Βιβλιοθήκη. Για το Παραμυθόγραμμα δεν έχετε παρά να πατήσετε το link ή το αντίστοιχο λήμμα στις Καρτέλες. Αν πατήσετε εδώ θα μεταφερθείτε στο Flickr μου, όπου έχω βάλει λίγες μόνο φωτογραφίες, αλλά σκοπεύω σύντομα να το εμπλουτίσω.

ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΟΥ ΤΑΦ (Εκδόσεις Μεταίχμιο)

Πριν από δύο μέρες κυκλοφόρησε η νέα μου μετάφραση, ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΟΥ ΤΑΦ, μια σειρά από sci-fi ιστορίες του George R.R. Martin, με έναν εκκεντρικό, γατόφιλο πρωταγωνιστή, ο οποίος έχει στην κατοχή του ίσως το πιο καταστρεπτικό σκάφος σε ολόκληρο το Γαλαξία, ικανό ν’ αφανίσει ολόκληρους πλανήτες και πολιτισμούς.

Μέσα από μια σειρά απροσδόκητων γεγονότων, ένας ευφυής, πλην μάλλον μέτριος έμπορος, ο Χάβιλαντ Ταφ, γίνεται κύριος της Κιβωτού, ενός γιγάντιου πολεμικού σκάφους της παλαιάς Γήινης Αυτοκρατορίας και του πολυθρύλητου, αφανισμένου Σώματος Μηχανικών Οικοσυστημάτων. Έχοντας πλέον στη διάθεσή του εξωφρενικές ικανότητες κλωνοπoίησης και γενετικής τροπoποίησης, ο Ταφ καλείται να επιλύσει προβλήματα σε πλανητικό επίπεδο, ερχόμενος αντιμέτωπος με τον ανθρώπινο παραλογισμό, φανατισμό και την εύκολη σκληρότητα του είδους μας.

Όπως κάθε μύθος, έτσι και ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΟΥ ΤΑΦ μιλάνε για τον σημερινό άνθρωπο, φωτίζοντάς τον σε ένα τερατωδώς και φαντασιακά μεγεθυμένο επίπεδο, όπου οι μάχες γίνονται κυρίως σε επίπεδο αντιλήψεων, παρά με κόκκινα και μπλε λέιζερ.

Εθισμός στην αναπαραγωγή, ένας πλανήτης με αντεστραμμένο το λαβκραφτικό μοτίβο, ένας άλλος με οικονομία που βασίζεται στην κακοποίηση ζώων, ένας Μωυσής αλλιώτικος και άλλα πολλά συνθέτουν μια σειρά ιστοριών με κύρια προβλήματα την ανθρώπινη άγνοια και τον εγωισμό – όπως δηλαδή και σήμερα.

Α.Μ.

Υ.Γ. Λυπάμαι για την φωτογραφία που αδικεί τραγικά το εξώφυλλο, όμως έχω ξεμείνει από σκάνερ…

Ένα Ζοφερό Σάββατο

Ας πω χαριτολογώντας, στο μόνο σημείο του κειμένου όπου αυτό είναι εφικτό, πως το τοτέμ μου είναι η χελώνα: μεταξύ άλλων, είμαι βραδυφλεγής, οργίζομαι πολύ αργά και δύσκολα, όταν συμβεί αυτό συγχωρώ εξίσου δύσκολα, εξετάζω και αναλύω τα πάντα ad nauseum – κι όσο κι αν το θέλω, καμιά φορά, ποτέ δεν ξεχνάω. Πάσχω επίσης από κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως “σύνδρομο χρονικής αισιοδοξίας”, γνωστό και ως “εντάξει μωρέ, θα προλάβω”, πράγμα το οποίο μερικώς ευθύνεται για την πολύ κακή μου σχέση με τον χρόνο. Ο μόνος λόγος που τα παραθέτω όλα αυτά, είναι πως μερικές φορές, ο χρόνος απλά τελειώνει.

Πριν από μία εβδομάδα, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από έναν φίλο με τον οποίο τυπικά δε μιλάμε ποτέ, όσες φορές κι αν έχει τύχει να πούμε “μη χαθούμε”, “να σε δούμε” και ούτω καθεξής. Δεν υπάρχει κάποιος λόγος γι’ αυτό – απλά συμβαίνει. Ανέμενα πως ήταν κάποιο κακό μαντάτο, και ήταν: πήρε να μου πει πως πέθανε η Μαρία Κουλουμπαρίτση, γνωστή στους κοινούς μας κύκλους ως Lockie, Kururu Alienfrog, DM και μεταξύ άλλων συνδημιουργός του BOTCH!. Είχε φτάσει δεύτερο χέρι στ’ αυτιά μου πως είχε κάποια θέματα υγείας, όμως τίποτα τόσο συγκεκριμένο, τόσο κατακλυσμιαία άμεσο – κι έτσι απλά, ο χρόνος τελείωσε.

Υπάρχουν πολλά κλισέ για το χρόνο: πως θεραπεύει όλες τις πληγές, πως σκορπάει τους ανθρώπους, πως δεν περιμένει για κανέναν. Όλα έχουν τη βάση τους, όμως η αλήθεια για τον χρόνο είναι πως περνάει, μια θεότητα αδιάφορη και ρευστή, που κινείται αδιάκοπα και χύνεται σαν το νερό που καταπίνει η άμμος. Ίσως αυτό που μας θλίβει και μας φοβίζει μπρος στον θάνατο είναι η οριστική και αμετάκλητη απουσία του μοιρασμένου χρόνου.

Με τη Μαρία είχαμε σφαχτεί και τον τελευταίο ενάμιση χρόνο ήμασταν σφαγμένοι. Δεν υπάρχει μαλακός ή χαριτωμένος τρόπος να το πω. Οι λόγοι δεν έχουν σημασία: μπορείς να το πεις συντριπτική ασυμφωνία χαρακτήρων, μπορείς να πεις πως μεγαλώνοντας, εκεί που δεν προσέχαμε, γίναμε δυο άνθρωποι που δεν τέμνονταν τελικά πουθενά, παρά σε κάποια κοινά ενδιαφέροντα και η συνειδητοποίηση αυτή οδήγησε στην ανεπανόρθωτη σύγκρουσή μας.

Και η σύγκρουση αποδείχτηκε ανεπανόρθωτη – διότι ακόμα κι αν υπήρχε περιθώριο επανόρθωσης, δεν υπάρχει πια χρόνος κι έτσι δεν θα το μάθουμε ποτέ. Τη Μαρία όμως την ήξερα δεκατέσσερα χρόνια. Τη γνώρισα το 2003, σ’ εκείνο το ομιχλώδες πια MAD Comicfest που είχε γίνει σε μια αποθήκη του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού. Γνωριστήκαμε μες στα comics, συναντιόμασταν στα anime, κάναμε παρέα μέσα στα RPG. Η Μαρία ήταν η Yukiyasha στη Ravenloft, ο Akito Tenkawa στο World of Darkness, η Al-Jahar που είχε πάθει εμμονή, όπως και η δημιουργός της, με τον Βάρδο Δίχως Όνομα (κάτά κοινή ομολογία, ένα από τα πιο μισητά μου δημιουργήματα), ήταν DM που έχτιζε κόσμους και ιστορίες που διέτρεχαν ολόκληρες χιλιετίες και campaigns που κρατούσαν χρόνια, γεμάτα εκατοντάδες sessions, ήταν σε ίσες ποσότητες η Mevil και ο Damian του BOTCH! και η πένα που τους έδινε όψη.

Ό,τι κι αν ήμασταν πριν το τέλος, ήμασταν δωδεκάμισι χρόνια φίλοι, δύο χρόνια συνεργάτες. Τώρα ο χρόνος της τελείωσε – πολύ σύντομα, αδιανόητα σύντομα – και πίσω μένουν μονάχα όσα συνέβησαν, τα καλά και τα άσχημα. Δεκατέσσερα χρόνια μνήμης.

Το κείμενο αυτό δεν απευθύνεται σε κανεναν. Δεν αναζητά παρηγοριά, δεν εξηγεί τίποτα. Είναι απλά ο δικός μου τρόπος ν’ αδειάσω ένα μέρος από το μούδιασμα και το σφίξιμο που με πνίγουν, από εκείνο το ζοφερό Σάββατο της 11ης Φεβρουαρίου 2017, ώρα 22:33, όταν δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από έναν φίλο που τυπικά δε μιλάμε ποτέ – για να μου πει πως ο χρόνος τελείωσε.

Α.Μ.

ΚΟΡΑΚΙ ΣΕ ΑΛΙΚΟ ΦΟΝΤΟ, του Λευτέρη Κεραμίδα

Κοράκι σε άλικο φόντο (Γιοί της στάχτης, #1)Κοράκι σε άλικο φόντο by Ελευθέριος Κεραμίδας
My rating: 5 of 5 stars

Μετά από πολύ καιρό, πολύ τριβέλισμα και με την παρεμβολή άλλων βιβλίων, εργασιών κλπ κλπ, επιτέλους ολκλήρωσα το βιβλίο του Λευτέρη Κεραμίδα!

Θα πω καταρχήν το εξής: ο ψυχαναγκαστικός με τις λεπτομέρειες αναγνώστης, θα κάνει κάμποσο καιρό να το τελειώσει (εντάξει, μάλλον όχι όσο εγώ), διότι έχει τόσους χαρακτήρες, τόσο λεπτά πλεγμένους μεταξύ τους, τόσα αλληλένδετα γεγονότα, τόσα επίπεδα αποκαλύψεων, που αναμενόμενα κανείς γυρνάει πίσω ξανά και ξανά ώστε να επιβεβαιώσει τις ποικίλες υποψίες που του γεννιούνται και να εκτιμήσει την εκπληκτική λεπτομέρεια στη δομή της ιστορίας.

Το βιβλίο είναι ένα ψευδοβυζαντινό fantasy, που ανακατεύει μέσα ελληνικούς μύθους, ακριτικές αφηγήσεις και στοιχεία πραγματικής ιστορίας, αλλαγμένα τόσο ώστε να διακρίνει κανείς ένα κλείσιμο του ματιού, ανάλογο μ’ εκείνο του G.R.R. Martin προς τον Εκατονταετή Πόλεμο και τον Πόλεμο των Ρόδων.

Υπάρχουν τρεις κύριοι άξονες περί τους οποίους στρέφεται η πλοκή (ο μισθοφόρος Αργυρός, ο νεαρός Φιλάρετος και ο Μέγας Λογοθέτης Σεβαστιανός, πράγμα για το οποίο ήδη μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο), οι οποίοι με τη σειρά τους κινούν άλλα γρανάζια, στρόφαλα και αφηγηματικούς ιμάντες, ώστε όταν πρωτοβλέπει κανείς το συνολικό τεχνούργημα, φαντάζει ένα μηχανικό χάος. Ωστόσο, καθώς ακολουθεί κανείς τις αλληλουχίες της ιστορίας, κομμάτια του μηχανισμού αποκαλύπτουν τη λογική δομή τους, προτρέποντας τον αναγνώστη να συνεχίσει.

Αν έχω μια μικρή ένσταση, είναι η επιλογή τεμαχισμού κάθε κεφαλαίου σε πολλές παράλληλες αφηγήσεις, που σημαίνει ότι ανά πάσα στιγμή παρακολουθούμε συγχρόνως μικρές εξελίξεις περί τον κάθε άξονα, ενώ θα προτιμούσα οι εναλλαγές να είναι λίγο λιγότερο συχνές. Αυτό ωστόσο, αποτελεί καθαρά προσωπική προτίμηση.

Εν κατακλείδι, είναι ένα εξαιρετικά λεπτοδουλεμένο και προσεγμένο βιβλίο που ξεφεύγει από τις τετριμμένες συμβάσεις του fantasy, δίχως όμως να τις αγνοεί.

Αναμένουμε τη συνέχεια ΚΤΘΔ!

Α.Μ.

View all my reviews

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ, του Περικλή Μποζινάκη (Εκδόσεις Ars Nocturna)

Σελίδες από το πουθενάΣελίδες από το πουθενά by Περικλής Μποζινάκης
My rating: 5 of 5 stars

Το “τέλειο βιβλίο” είναι σε μεγάλο βαθμό κάτι υποκειμενικό, κατά κανόνα ιδιαίτερα σπάνιο, αν όχι ανύπαρκτο, οπότε εν προκειμένω θα ξεκινήσω με το μοναδικό μου παράπονο από το παρόν: δεν ξέρω αν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο, καθότι αυτό επαφείεται πάντα στην ιδεατή μορφή που έχει γι’ αυτό ο συγγραφέας – θα ήθελα όμως να είναι. Αυτό είναι όλο – και προχωρώ στην ουσία του πράγματος.

Το βιβλίο αυτό είναι μια συλλογή από στοχασμούς: λογοτεχνικούς, υπαρξιακούς και μεταξύ τους αλληλεπιδρώντες. Μιλά για τον Κάφκα, τον Ντοστογιέφσκι, τον Πόε, τον Μπάλαρντ, τον Μπράντμπερι, τον Μπάροουζ και μέσα από όλους αυτούς για τις όψεις, τις προβληματικές και τις σχιζοφρένειες της ανθρώπινης ύπαρξης.

Μέσα σε όλα αυτά, ο Περικλής Μποζινάκης μιλά επίσης για τον εαυτό του και παρά να μείνει μια απόμακρη πένα, πλησιάζει τον αναγνώστη, όπως άλλοτε τον ακροατή σε μια γνώριμη σκηνή, σ’ ένα μπαρ σκοτεινό όσο και φιλόξενο και του λέει πως οι στοχασμοί αυτοί κι οι αγωνίες δεν είναι απλά κάποια θεωρητικά κατασκευάσματα, αλλά πηγάζουν από τα νωπά σωθικά ενός ανθρώπου.

Είναι ένα βιβλίο γεμάτο στοχασμούς που γεννούν συνειρμούς και κατ’ επέκταση άλλους στοχασμούς, ένα βιβλίο που προσκαλεί τον αναγνώστη να διαβάσει, να ψάξει και τελικά να ενεργήσει, με όποιον τρόπο αυτός νομίζει, για όσα περιέχονται στις Σελίδες από το Πουθενά.

Είναι ένα βιβλίο για τον σκεπτόμενο άνθρωπο και τους πολλούς του πόνους και θαρρώ κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος θα βρει μέσα ένα απόσταγμα σκέψεων που πιθανώς να τον κάνουν να νιώθει λιγότερο μόνος – να νιώσει πως δεν είναι ένας μονήρης τρελός σε έναν κόσμο επικοινωνιακών σκουπιδιών και άγονης καλλιέργειας από “Likes”.

Καθότι ο σκεπτόμενος άνθρωπος συχνά αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιος, υποβάλλοντας ύστερα τον ισχυρισμό στη δοκιμασία των υπολοίπων, δεν ξέρω αν είμαι πραγματικά τέτοιος (άλλωστε, κατά μία εκδοχή, κάθε πραγματικότητα είναι υποκειμενική). Ωστόσο, παραθέτω το απόσταγμα που βρήκα πιο οικείο και το οποίο πλέον συχνά επαναλαμβάνω:

“Ο Αυτοσκοπός οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον εθισμό και μετά στην καταστροφή”.

Α.Μ.

View all my reviews

ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΚΟΟΛ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ, του Δημήτρη Μαμαλούκα

Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδαΌσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα by Δημήτρης Μαμαλούκας
My rating: 5 of 5 stars

Αυτό το βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα είναι μια σπουδή στις αντιφάσεις. Παρότι λαμβάνει χώρα στο 1993, μοιάζει post-apocalyptic. Παρόλο που είναι στην ουσία μια περιπλάνηση δίχως έγκλημα ή πολλή δράση, έχει έντονα τα στοιχείοα του noir. Παρόλο που δεν ξέρω το γιατί ακριβώς, το καταβρόχθισα ουσιαστικά μέσα σε δυο μέρες.

Θα έλεγα πως είναι μια ασφαλής έκθεση στην πεζή φρίκη ανθρώπων που ζουν πολύ χειρότερα από εμάς, ξεχασμένοι ακόμη κι από τους ίδιους τους τους εαυτούς. Διαβάζοντας το βιβλίο και κυρίως αφήνοντάς το, νιώθει κανείς πολύ καλύτερα για τις δικές του συνθήκες ζωής, για τις δικές του επιλογές, για τα δικά του λάθη.

Έχει επίσης έναν πολύ έντονο, πολύ απτό αισθητηριακό άξονα, με το κρύο, τη βρώμα και τη σήψη να σχηματίζονται ως ύπουλες ψευδαισθήσεις στον αναγνώστη, κατά τρόπο ώστε είναι πολύ ευγνώμων για την κουβέρτα που έχει τυλιγμένη γύρω του κι ένα δωμάτιο που (πιθανώς) να μην μπάζει.

Υπάρχει επίσης και ένα στοιχείο συμβολισμού, όπου ο αφηγητής, ταξιδεύντας και παραμέντοντας για λίγες ημέρες στην τσιμεντένια κόλαση, παρέα με τους καταραμένους, ανακαλύπτει μες στον βούρκο αυτό που αντιλαμβάνεται ως σπάνιο πετράδι και πασχίζει να το πάρει μαζί του, ως άλλος ήρωας σκοτεινού παραμυθιού.

Αυτό το βιβλίο, όμως, κάθε άλλο παρά παραμύθι είναι…

Α.Μ.

View all my reviews

« Older entries

%d bloggers like this: