31η Οκτωβρίου 2012 – Εδώ κι Εκεί (Διήγημα)

Άσε με να σου πω κάτι για τις πλατείες: οι πλατείες δεν είναι απλώς αυτά τα μικρά ή μεγάλα πράγματα που χρησιμεύουν για να αράζουν οι σκύλοι που είναι σαν αρνιά, παχύσαρκοι από το πλαστικό φαΐ των φαστφουντάδικων του κέντρου, ή ξερακιανοί και πειναλέοι στις γειτονιές που ακόμα δεν τους έχουν ταράξει στη φόλα και τη σκοποβολή με αυτοκίνητο. Σε καμία περίπτωση δεν φτιάχτηκαν για να γεμίζουν με τραπεζάκια “επιτηδευματιών”, βωμούς στον γκουρμεδιάρικο καφέ με τα παράξενα ονόματα και τις φιοριτούρες, που ούτε σχέση εξ’ αγχιστείας δεν έχουν με την καφεΐνη. Και σίγουρα, δεν είχαν σαν στόχο να φιλοξενούν – Ω, μην με κοιτάς έτσι: έχεις πάει στο Μοναστηράκι, στην Ομόνοια, στο Σύνταγμα, στα Εξάρχεια, ξέρεις τι εννοώ. Γουρλώνεις τα μάτια σου… Νοιώθω τη χρηστομάθεια να έρχεται και φευγαλέα αναρωτιέμαι τι είδους θα είναι – αριστερίστικη, άναρχο-αυτόνομη, αγανακτισμένη, θεολογική (“ελεύθερη βούληση και επιλογή”) ή το χειρότερο, ανθρωπιστική (“όλοι άνθρωποι είμαστε”);

Μετά συνειδητοποιώ ότι δεν με ενδιαφέρει, γιατί δεν θα σε αφήσω να μου αλλάξεις θέμα. Εγώ θέλω να σου πω για τις πλατείες. Βλέπεις, εμείς δεν ξέρουμε από πλατείες, γι’ αυτό όταν χτίζουμε καινούργιες ή επεμβαίνουμε στις παλιές τα κάνουμε σκ- ουπς, άρχισα τα Γαλλικά πάλι. Οι παλιοί κάτι ήξεραν από πλατείες. Οι αρχαίοι; Μανούλες. Ήξεραν τι έκαναν, πού τις έχτιζαν και πώς – γιατί βλέπεις, οι πλατείες είναι κόμβοι, είναι σταυροδρόμια, όπου συναντιούνται οι άνθρωποι, ναι, αλλά όχι μόνο. Στις πλατείες, τις σωστές πλατείες, ο χρόνος διπλώνει και δαγκώνει την ουρά του, το “εδώ” συναντά το “εκεί”. Τι εννοώ; Φοβάμαι ότι αυτό θα κάνεις τον κόπο να το αποφασίσεις εσύ, αφού σου διηγηθώ όσα είδα και όσα άκουσα.

Ένα βράδυ – πρέπει να ‘τανε φθινόπωρο – ξύπνησα από ένα παράξενο όνειρο. Ήταν, λέει, η ιστορία του πώς οι άνθρωποι απέκτησαν τη θεϊκή γνώση – όχι τρομερά πρωτότυπο, το ξέρω – και με τη γνώση αυτή έχτισαν την Πρώτη Πόλη ή την Πόλη γενικότερα, ένα κατάλευκο πλάσμα που έμοιαζε με τεράστια γυναίκα και εξόρισαν από αυτήν τον μοναδικό ανάμεσά τους που γνώριζε το κρυφό, Αληθινό της Όνομα. Εκείνος λοιπόν, ο Φαμπούλ-Σα, πήγε να μείνει μαζί με τα θεριά και τα κρυμμένα πλάσματα του Κόσμου, έμαθε τη λαλιά και τις ιστορίες τους και έγινε ο Πρώτος Παραμυθάς. Οι άνθρωποι τώρα, όπως το συνηθίζουν, άρχισαν να σκοτώνονται μεταξύ τους και ο Θάνατος είχε τόση δουλειά, που ξέχασε τελείως τον Φαμπούλ-Σα, ο οποίος κατέληξε να έχει μια αφύσικα μεγάλη ζωή.

Κάποτε, όταν οι άνθρωποι είχαν κουραστεί πια να σκοτώνονται και είχαν παραμελήσει την Πόλη σε βαθμό να γίνει αρρωστημένα γκρίζα και βρώμικη, ο Φαμπούλ-Σα επιθύμησε να επιστρέψει κοντά τους και να μοιραστεί τις ιστορίες που είχε μάθει. Πήγε λοιπόν και στάθηκε πάνω από το μέρος που βρισκόταν η καρδιά της Πόλης και τους περίμενε να έρθουν, μα εκείνοι τον φοβόντουσαν, διότι στα αμέτρητα χρόνια από την εξορία του, είχε αποκτήσει μια τρομώδη, θρυλική υπόσταση. Όπως συμβαίνει συνήθως, τελικά τον πλησίασαν τα παιδιά και οι ιστορίες του μάγεψαν τα μάτια, τ’ αυτιά και τις καρδιές τους. Τότε ο φόβος των ενηλίκων έγινε μίσος – όρμηξαν και τον ξυλοκόπησαν και τότε ο Θάνατος τον θυμήθηκε. Έδωσαν τα χέρια σαν παλιοί φίλοι και ο Φαμπούλ-Σα πέθανε.

Η Πόλη εξοργίστηκε και τους είπε ότι δεν θα έβρισκαν πια παρηγοριά κοντά της, παρά μόνο αν μαζεύονταν κάθε αυγή και κάθε δύση στο μέρος πάνω από την καρδιά της – όταν θα έβαφε τα μαλλιά της κόκκινα για τους θυμίζει το έγκλημά τους – και αφηγούνταν τις ιστορίες του Φαμπούλ-Σα. Τότε το κορίτσι που τον είχε κλάψει περισσότερο, σηκώθηκε και άρχισε να αφηγείται την μόνη ιστορία που δεν είχε πει ο Πρώτος Παραμυθάς – τη δική του.

Ξύπνησα με μια γλυκιά μελαγχολία και η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι το υποσυνείδητό μου είχε συνθέσει αυτό το όνειρο από κάτι που είχα δει ή είχα ακούσει. Η μάλλον πεζή – δεδομένων των περιστάσεων – αναζήτησή μου στο internet, εμφάνισε διάφορα πολυχρησιμοποιημένα και αναμασημένα της εβραιοχριστιανικής μυθολογίας, αλλά ούτε Φαμπούλ-Σα, ούτε παραμύθια με ζωντανές πόλεις. Κοίταξα το ρολόι του υπολογιστή: λίγο μετά τα μεσάνυχτα.

Ένοιωσα την ανάγκη να κάνω μια βόλτα και αποφάσισα να πεταχτώ με τα πόδια μέχρι το πάρκο της Πλατείας Δροσοπούλου, στη Φιλοθέη. Η πλατεία μοιάζει περισσότερο με μεγάλο κήπο, είναι γεμάτη ευκαλύπτους και πικροδάφνες και τα τρία σημεία που ορίζουν τον κύκλο της έχουν ένα θερινό σινεμά, μια παιδική χαρά κι ένα σιντριβάνι, φυτεμένο λες σε ένα καταπράσινο χαλί – τουλάχιστον εκείνη την εποχή, που οι βροχές κάνουν ακατάλληλα τα παγκάκια για τους χαριεντισμούς των προσωρινά ερωτευμένων. Το πάρκο κόβεται στα δύο από ένα ρέμα, με τα νερά του ευτυχώς φουσκωμένα, ώστε να παρασύρεται η πηχτή πράσινη μούργα που το καλύπτει το καλοκαίρι. Οι δύο πλευρές ενώνονται με ένα ξύλινο γεφυράκι. Τα βατράχια και οι φρύνοι κόαζαν.

Καθώς πλησίασα το γεφυράκι, είδα κάποιον να στέκεται εκεί, με σκυμμένο κεφάλι, κρατώντας κάτι στα χέρια του και μουρμουρίζοντας. Μου φάνηκε γνώριμος – πλησίασα. Ήταν χλωμός, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και ένα ύφος αξιοθρήνητο. Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα χαρτάκι, στο άλλο μια κιμωλία. Πάγωσα – η σκηνή αυτή κάτι μου θύμιζε. Κοίταξα στη ζώνη του και εκεί είδα κρεμασμένο ένα παλιό ξύλινο σφυρί, απ’ αυτά που τα λέγε η γιαγιά μου “κόπανους”. Τότε τον θυμήθηκα: ήταν ένας πιτσιρικάς είκοσι, είκοσι-κάτι χρονών, που είχε ερωτευτεί παράφορα μια ομορφούλα, άκαρδη και ψεύτρα. Αυτός είχε τρελαθεί μαζί της – κυριολεκτικά, τον είχα δει πολλές φορές να τρέχει μες στη νύχτα σαν κυνηγημένος, να κάθεται και να μιλάει στους ευκαλύπτους και να μουρμουράει μόνος του κάτι ακατάληπτα – και εκείνη τον έσερνε με απόλαυση από τη μύτη. Συνηθισμένη περίπτωση: τον ήθελε στην αυλή της, μα όχι στο κρεβάτι της.

Μα είχαν περάσει επτά-οκτώ χρόνια από τότε – τι έκανε πάλι εκεί; Σκέφτηκα να του μιλήσω, αν και πρέπει να ομολογήσω ότι βασικό μου κίνητρο ήταν η περιέργεια. Έφτασα ακριβώς δίπλα του. Εκείνος άφησε να πάρει ο αέρας το χαρτάκι και γύρισε να με κοιτάξει: ήταν ίδιος και απαράλλαχτος, σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα από την πρώτη φορά που τον είδα. Άρχισα να του λέω κάτι, μα εκείνος απλά χαμογέλασε θλιμμένα και άρχισε να ξεθωριάζει μπροστά στα μάτια μου! Κοίταξα το μέρος όπου στεκόταν – νόμιζα ότι στεκόταν; – και είδα δυο ομόκεντρους κύκλους με κιμωλία, γεμάτους παράξενα σύμβολα, να ξεθωριάζουν όπως κι εκείνος. Γονάτισα μηχανικά και στη στενή σχισμή ανάμεσα στα σανίδια και το σκελετό της γέφυρας, βρήκα μια ταλαιπωρημένη κιμωλία.

Σκέφτηκα ότι πρέπει να με είχε πειράξει ο καθαρός αέρας – η απότομη εισροή οξυγόνου στον εγκέφαλό μου, σε συνδυασμό με το παράξενο όνειρο, έκαναν τον οπτικό μου φλοιό να βλέπει τρέλες. Χρειαζόμουν επειγόντως μια γερή τζούρα από τη μόλυνση του κέντρου. Η παλιά μου βόλτα – Εξάρχεια-Ομόνοια-Μοναστηράκι-Σύνταγμα – με μια στάση σ’ εκείνη την ιρλανδική παμπ στη Θησέως, θα ήταν ό,τι έπρεπε. Η ώρα κόντευε μία μετά τα μεσάνυχτα.

Βγήκα με τα πόδια στην Κηφισίας και μπήκα στο πρώτο ταξί που βρήκα. Γύρω στη μιάμιση, αποβιβαζόμουν στην Πλατεία Εξαρχείων. Ξεφράγκιασμα. Τα μαγαζιά γεμάτα κόσμο – για ποτό, μεταμεσονύχτια επικλινή κρέπα ή αρμένικο σουβλάκι. Οι κούνιες της πλατείας φιλοξενούσαν εφήβους με παρδαλά ή περίτεχνα μπλεγμένα μαλλιά (ή και τα δύο), παρέες στριμώχνονταν στα παγκάκια και άνθρωποι από την εξωτική Αφρική προσπαθούσαν να πουλήσουν κάτι που το γρήγορο internet κατέστησε κοινοτοπία: αντιγραμμένες ταινίες και CD. Ανάμεσα στο σχετικά υγιές πλήθος, βλέπεις και απομεινάρια των παλιών θαμώνων, αυτών που στοιχειώνουν με κενά μάτια την πόλη τις ώρες του λυκόφωτος.

Στρίβοντας στη Σολωμού, στο καφέ-μπαρ απέναντι από το κατάστημα comics, είδα ένα σμάρι ανθρώπων με παράξενες, ευφάνταστες, ή ευφάνταστα κακότεχνες φορεσιές, να φωτογραφίζονται, να μιλάνε με ενθουσιασμό, να στριγκλίζουν. Για μια στιγμή φοβήθηκα ότι είχα χάσει τελείως τα λογικά μου, μέχρι που στα αυτιά μου έφτασε η μουσική και ησύχασα: ήταν ένα από αυτά τα γιαπωνέζικα πάρτι.

Μετά από μια σειρά ζιγκ-ζαγκ, βρέθηκα στην Πατησίων και την ακολούθησα μέχρι την Ομόνοια. Δεν θα χασομερούσα εκεί: μπορεί τα Εξάρχεια πλέον να έχουν ένα πιο ευαγές πρόσωπο, ελέω μιας φρικτής θυσίας, αλλά η κοπέλα που αγόραζε ναρκωτικά στη Δώρου ήταν απόδειξη ότι η καρδιά της πόλης εξακολουθούσε να είναι άρρωστη. Άθελά μου έφερα πάλι στο νου το όνειρο και για μια στιγμή, μου φάνηκε σαν η κοπέλα να ξεθώριασε, όπως ο νεαρός στη Δροσοπούλου.

Ανηφορίζοντας την Αθηνάς, πέρασα από την Πλατεία Κοτζιά και για κάποιον ανεξήγητο λόγο, το ένστικτο αυτοσυντήρησης έκανε τα στραβά μάτια και με άφησε να περάσω πίσω από το παλιό δημαρχείο. Από την Ικτίνου έφταναν στα αυτιά μου φωνές που θύμιζαν φυλετική σύναξη, φωνές γυναικείες – ακατανόητες συνομιλίες, αλαλαγμοί και τσιρίδες. Μια νεαρή μαύρη πόρνη έτρεξε προς το μέρος μου, λύνοντας ταυτόχρονα το φωσφοριζέ της μπουστάκι – τα στητά της στήθη, σαν από σκούρο μαόνι, απελευθερώθηκαν από την υποψία υφάσματος και με κοίταξε ναζιάρικα. Δεν μπορούσε να είναι πάνω από 16-17 χρονών. Ο νταβατζής της με κοίταξε ανυπόμονα. Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου, χαμογελώντας της απολογητικά. Έστριψε να φύγει, ρίχνοντάς μου μια τελευταία ματιά και για μια στιγμή το μυαλό μου την είδε τελείως διαφορετική – γυμνή, βαμμένη με τα χρώματα της φυλής της, φορώντας χειροποίητα κοσμήματά από οστά και κοχύλια, με τον αφρικανικό ήλιο να λάμπει στους βολβούς των ματιών της. Έτριψα τη μούρη μου και προχώρησα προς το Μοναστηράκι.

Αφού τόνωσα αρκούντως την ιρλανδική και βελγική ζυθοποιία – πρέπει να’ ταν πια τρεις-τρεισήμισι το πρωί – και μην έχοντας βρει εξηγήσεις στον πάτο των ποτηριών για αυτά που έβλεπα, αποφάσισα να ανέβω την Ερμού προς το Σύνταγμα, για να χαρατσωθώ το ταξίδι της επιστροφής. Φτάνοντας στα φαστφουντάδικα, είχα καθαρή θέα στην πλατεία και τον Συνοικισμό των Αγανακτισμένων. Φαινόταν να επικρατεί μια σχετική ηρεμία, προφανώς η ανάπαυλα πριν την επόμενη μέρα της μάχης – με την καθημερινότητα.

Μήνες τώρα βρίσκονταν εκεί και από προσωρινό κίνημα λαϊκής αντίδρασης είχαν γίνει κάτι άλλο. Είχα να πάω εκεί από την άνοιξη του 2011. Πέρασα απέναντι. Ανάμεσα στα σύντριμμα της πλατείας και τα αντίσκηνα, υπήρχαν αναμμένες αυτοσχέδιες φωτιές, γύρω από τις οποίες έπιναν καφέ, τσάι, ή αλκοόλ για να διώξουν την υγρασία – και συζητούσαν. Πλησίασα τη φωτιά όπου ήταν μαζεμένοι οι περισσότεροι, γύρω από έναν αναμαλλιασμένο άνδρα με φουντωτό, κοκκινωπό μούσι. Με μια ματιά αναγνωρίσαμε ο ένας τον άλλο και έμεινα να τον κοιτώ αποσβολωμένος.

“Κάντε τώρα ησυχία”, είπε “γιατί αυτή είναι η ιστορία του Φαμπούλ-Σα, του Πρώτου Παραμυθά”.

Κάθισα κι εγώ ν’ ακούσω. Ο χρόνος δάγκωσε την ουρά του και δεν ήξερα ποιος απ’ τους δυο μας ήταν “εδώ” και ποιος “εκεί”.

Το παρόν δημοσιεύτηκε στο τεύχος #10 (Αύγουστος 2011) της συλλογής ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, της METROPOLIS (Free Press). Στο εν λόγω τεύχος συμμετέχουν επίσης οι: Βασίλης Δανέλλης, Κωστής Παττακός, Δάφνη Σερπάνου, Σπύρος Παπαδόπουλος, Δώρα Κοροβέση, Βίβιαν Στεργίου, Στέργια Κάββαλου και Τατιάνα Κίρχοφ.

Α.Μ.

1 Comment

  1. November 7, 2013 at 14:38

    […] το Halloween να έχει παρέλθει σχετικά πρόσφατα, μπορείτε να πατήσετε εδώ για να διαβάσετε πώς φαντάστηκα μια άλλη 31η […]


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: