Η Ωδή και το Γκαργκόιλ (Διήγημα)

Κάτι νύχτες του Οκτώβρη, που του Φθινοπώρου η φορεσιά αρχίζει να θροΐζει κρύο, στην πόλη αργά απλώνεται σιωπή. Κάτι νύχτες του Οκτώβρη που στις εκκλησιές γιορτάζουν άπαντες τους αγίους, τελώνια κυκλοφορούν στους δρόμους και στήνουν αγορά πίσω από ‘κείνη τη γωνιά – εκεί που ποτέ να στρίψεις δεν τολμάς. Κάτι νύχτες του Οκτώβρη ανοίγουν του Πέρα Κόσμου οι πύλες και φυσά ένας αέρας – μήτε κραυγή, μήτε ανάσα – που στη ραχοκοκαλιά σου σέρνεται απαλά σαν παγωμένο νύχι.

Μια τέτοια νύχτα τρεις κόρες, παραμυθοϋφάντρες αδελφές, σύναξη καλέσαν και βγάλανε φιρμάνι:

Κουρελήδες και κυράδες,
δουλικά και αφεντάδες
Στου γκρίζου την πράσινη γωνιά να μαζευτείτε
ιστορίες ν’ ακούσετε, παραμύθια να γευτείτε.

Καθώς ο Ήλιος έγειρε στη κλίνη του, κόσμος ήρθε από τη Ναυαρίνου και λαός πολύς απ’ τη μεριά της Πηγής της Ζωοδόχου. Στασίδια γέμισαν πολλά – μα δεν χωρούσαν – φέραν καρέκλες και σκαμνιά. Έτσι δα σε μιαν άκρη στάθηκα κι εγώ, θέα καλή να ‘χω στις κόρες, μα και το νου μου στους κάθε λογής καλικατζάρους που μες στον κόσμο τριγυρνούσαν, με τα πράματα στις τσάντες έπαιζαν, πού και πού κάτι βουτούσαν.

Κάποτε, βλέπεις, βρήκα ένα κλειδί και κλειδαριά να το ταιριάξω, σε πόρτα δίχως κάσα. Με το χέρι μου τη θύρα εκείνη άνοιξα κι αυτή με τη σειρά της ένα παράθυρο του νου – ή των ματιών, να το πει κανείς δεν ξέρει – κι εκτός από τον κόσμο τούτο, βλέπω και τον άλλο, τον πέρα κι όμως δίπλα, στο λόγο αλησμόνητο και συχνά στις καρδιές μας ξεχασμένο. Ήθελα στην αρχή το θάμα τούτο να το μοιραστώ, παντού να το φωνάξω, μα κανόνες με ζώνουνε πολλοί, τόσο του Εδώ, όσο και του Εκεί – ένα μυστικό σαν μαρτυράς γίνεται σκόνη κι αν στους ανθρώπους πεις για δράκοντες και νύμφες, νάνους και ξωθιές, αλαφροΐσκιωτος είσαι, ή χειρότερα, τρελός. Έτσι σωπαίνω, εκτός απ’ όταν νομίζουν όλοι πως μονολογώ, ακολουθώντας ενός άλλου παραμυθά τις συμβουλές: “Τ’ όνομά σου να θυμάσαι και να μην τ’ αποχωρίζεσαι. Στα πλάσματα κάνε χάρες κι ανταπόδοση θα βρεις. Τα όνειρα ακολούθα, την καρδιά σου άκου και στην ιστορία σου έχε πίστη”.

Στη σύναξη τούτη τα όνειρα με φέραν, για τ’ άλλα δεν γνωρίζω. Σηκώνεται η πρώτη κόρη, η μεγαλύτερη κι ιστορία αρχινά, με μάτια μαύρα σαν τη νύχτα και φωνή βαθιά. “Έγειρε ο Ήλιος και στην πόλη απλώνεται πλατιά του Γκαργκόιλ η σκιά”, για του πάλαι κλεινού άστεως τον σκοτεινό προστάτη αφηγείται, πλάσμα από πέτρα πλασμένο κι εφιάλτες, στο λαιμό του περασμένο σιδηρόδετο, γεμάτο κρίματα βιβλίο, απ’ όπου μ’ αίμα σβήνει ο φύλακας τα χρέη. Το κρύο μοιάζει δόντια ν’ αποκτά και μουσαφίρης στη σύναξη έρχεται ο φόβος, της ιστορίας το σκοτεινό νήμα σαν η κόρη ξετυλίγει.

Μα να, την ομήγυρη πριν ζώσει μαύρος τρόμος, σηκώνεται η μικρότερη, η στερνοκόρη και παραμύθι αρχινά, με μάγουλα σαν της αυγής τα ρόδα και φωνή γλυκιά. “Στο μούχρωμα, το δείλι, ξυπνά η Ωδή, με μελωδίες την πόλη μας γεμίζει απ’ τ’ αέρινο βιολί”, για της θλιμμένης πόλης μια γλυκιά οπτασία διηγείται, κορίτσι από φως φτιαγμένο κι όνειρα, το φόρεμά της του σεληνόφωτος υφάδι – κι η φωνή της μέλι και δάκρυα – που τραγουδά όσα αναζητούν οι άνθρωποι κι όσα έχουν χαμένα. Κάποιοι πλάι-πλάι αγκαλιάζονται, άλλοι απλά σιμώνουν κι άθελα χαμόγελα τη σύναξη γεμίζουν, στου παραμυθιού τη θαλπωρή καθώς η κόρη τους τυλίγει.

Στο γλυκό τούτο χουχούλιασμα η κόρη η μεσιανή τον κόσμο δεν αφήνει – ορθή πετάγεται και θρύλο αρχινά, με ύφος στ’ όνειρο παρμένο – κι αν θέτε το πιστεύετε – με φουντωτή ουρά! “Σαν έχει ο Ήλιος δύσει, λένε πως η Ωδή το ταίρι της ζητά, μα από καιρό έχοντάς τη λησμονήσει, το Γκαργκόιλ της ποτέ δεν απαντά”. Η βραδιά μας στην κορύφωση οδηγείται, ανάποδα καθώς ο χρόνος ξεδιπλώνει για δυο καρδιές που παλιά, πολύ παλιά συναντηθήκαν κι ύστερα στου δρόμου τη διχάλα χωριστήκαν. Κι ο θρύλος δεν λέει αν το ζευγάρι ξανασμίγει, μα δακρυσμένο το κοινό χειροκροτεί και η βραδιά πια λήγει.

Σαν η σύναξη διαλύσει και τα τελευταία συχαρίκια έχουν δοθεί, την κόρη τη μεσιανή παράμερα σιμώνω.

“Καλή σου ώρα δέσποινα αλέπω”.

“Καλή σου ώρα αφέντη ανοιχτομάτη”.

“Συμπάθα με μα να, πράγμα παράξενο – και ναι, στ’ αλήθεια θαυμαστό – μια κόρη του μαστρο-Ρενάρδου ανάμεσα σ’ ανθρώπους και το κέφι τους να κάνει”.

“Στ’ αλήθεια θαυμαστό ανοησίες τέτοιες να πετάς, αν απ’ τη γλώσσα πιο γρήγορα τα πόδια σου δεν τρέχουν – μα σε συμπαθώ, έχεις δίκιο και πιότερο ο πατέρας μου, γι’ αυτό σε συγχωρώ”.

“Δεν εννοούσα προσβολή, απορία μονάχα κι έναν απλό χαιρετισμό, όπως η ευγένεια ορίζει”.

“Των αλεπούδων τα καμώματα είναι δική τους έγνοια, μα ο χαιρετισμός δεκτός. Καλό σου δρόμο τώρα και το νου σου στης γλώσσας το ροδάνι, άλλη εκλεκτή αν ανταμώσεις παρουσία”.

Τότε του γυρισμού τον δρόμο παίρνω και καθώς περπατώ, τα λόγια που είπαν οι κόρες συλλογιέμαι. Αλήθεια είπε η πρώτη και κάτι ακόμα ξέρω: το Γκαργκόιλ γέννησε η πόλη για να προστατεύει τα παιδιά της, να κάνει στο σκοτάδι δίκιο τ’ άδικο της μέρας – πάντα έναν άνθρωπο διαλέγει, στη σκληρή σάρκα της τον ντύνει, νύχια, φτερά και φοβερή όψη του δίνει. Αλήθεια κι η στερνοκόρη: της Ωδής το τραγούδι έχω ακούσει, τη μορφή της σαν μάρμαρο που λιάζεται έχω δει και το βιολί της έχει με δάκρυα τα μάτια μου γεμίσει. Για της μεσιανής όμως, της αλεπούς τα λόγια, τι να σκεφτώ δεν ξέρω.

Ξάφνου μελωδία, χορδές ακούω και δοξάρι. Μα κι ένας ήχος άλλος τη βαθιά νύχτα τραντάζει – πέτρες ή κόκαλα θαρρείς που κροταλίζουν, σαν κύμα δίχως νερό που στο δρόμο ετοιμάζεται να σπάσει κι έπειτα… σκοτάδι. Μα πριν χαθεί το φως ολότελα, βλέπω τα βήματά μου πού με φέραν, σε δρόμο όπου αθώο αίμα έχει χυθεί και το δικό μου στις φλέβες μου παγώνει.

Σαν σε σκηνή θεάτρου, αναδύονται μορφές – πρώτη η Ωδή με το γλυκό της φως, με χέρια άδεια και απλωμένα κι ύστερα, αργά, σαν να είναι βυθισμένος στο πηχτό σκοτάδι, ένας άνδρας με χέρι ασημένιο και το ένα μάτι του κενό. Οι αδιαπέραστες σκιές να την πλησιάσουν δεν τολμούν, ενώ εκείνον με μακριές γλώσσες τον ζώνουν και σ’ ένα περίγραμμα φρίκης τον κρατούν.

“Ήρθα ξανά αγάπη μου, τα δεσμά σου για να σπάσω”.

“Όμορφή Ωδή, αν μπορούσα μόνο να σε πιάσω”.

“Μπορείς! Δεν έχεις παρά το χέρι σου ν’ απλώσεις!”

“Και τότε πες μου Ωδή, για Γκαργκόιλ ποιον στην πόλη μου θα δώσεις;”

“Φτάνει πια! Αίμα αρκετό δεν σ’ έχει βάψει;”

Μα εκείνος πια δεν ακούει, μήτε απαντά. Οι σκιές τον λούζουν, αφήνοντας πίσω μόνο πέτρα κι εφιάλτες, του Γκαργκόιλ την όψη φοβερή. Στην πόλη καθώς χάνεται, η Ωδή ήσυχα κλαίει. Τρέμω σύγκορμος κι οι λέξεις τα χείλη μου αφήνουν πριν προλάβω σφαλιστά να τα κρατήσω.

“Τι σόι πλάσμα την Ωδή κάνει να κλάψει;”

“Για των ανθρώπων το καλό, βαθιά την καρδιά του έχει θάψει. Ποιος να τη βρει; Ποιος να τη ψάξει;”

“Αδαής είμαι κυρά, μα το χέρι μου θέληση γεμάτο το θλιβερό έργο ν’ αλλάξει”.

“Τότε πάρε τούτο το κλειδί κι ίσως το χέρι αυτό διαφορετικό τέλος να γράψει”.

Μόνο σαν χάνεται η Ωδή στρέφω μάτια στο κλειδί κι εκεί άλλο δεν βλέπω, παρά ένα φτερό στη μελάνη βουτηγμένο. Τα όνειρα ακολούθησα, άκουσα και την καρδιά – άλλο δεν μένει παρά να δω, πίστη στην ιστορία μου αν έχω.

Το παρόν δημοσιεύτηκε στο τεύχος #12 (Δεκέμβριος 2011) της συλλογής ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, της METROPOLIS (Free Press). Στο εν λόγω τεύχος συμμετέχουν επίσης οι: Γιάννης Πλιώτας, Ειρήνη Σουργιαδάκη, Λένα Βλασταρά, Δέσποινα Νικάνδρου, Στέργια Κάββαλου, κύριος Ιάκωβος, Ηλίας Κολοκούρης, Γιώργος Κουτσουνάρης και Κωνσταντίνα Τασσοπούλου.

Α.Μ.

Υ.Γ. Μια σύντομη επεξήγση: ο “μαστρο-Ρενάρδος” είναι αναφορά στον Reynard, μια μυθική φιγούρα του Μεσαίωνα που ενσαρκώνει την πονηριά, αναμενόμενα με μορφή αλεπούς. Ο Reynard συχνά ανταγωνίζεται τον λύκο Isengrim.

2 Comments

  1. January 9, 2012 at 12:57

    laik, laik :-)))))))))))))))

  2. speedxgrapher said,

    January 10, 2012 at 00:20

    🙂🙂🙂


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: