Και Σαν Πέρασε Ένας Χρόνος…

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ έναν τόπο κοντινό και μακρινό, ήταν ένας άνθρωπος. Κανείς δεν ήξερε να πει αν ήταν άνθρωπος συνηθισμένος ή παράξενος, γιατί πρώτα και κύρια, ήταν μόνος. Η Μοναξιά δεν τον πείραζε. Ήταν η καλύτερη παρέα του, η μόνη του παρέα: ήσυχη, διακριτική και γεμάτη κατανόηση.

Άνθρωπος δεν τον έβλεπε, μήτε σ’ άνθρωπο μιλούσε. Με τον Χρόνο μονάχα κάποτε είχε τσακωθεί – απ’ την αρχή οι δυο τους δεν τα πηγαίνανε καλά – κι έτσι δεν τον έβλεπε να περνάει, μόνο λίγο-λίγο τον σκότωνε, γυρνώντας τις σελίδες των βιβλίων, τη μία μετά την άλλη, λεπτές και κοφτερές. Κάποτε, βλέπετε, είχε έρθει ο Χρόνος και του’ χε πει: “Θα ‘ρθω για να ερωτευτείς, θα’ ρθω για να ν’ αγαπήσεις, θα ‘ρθω μετά για να μισήσεις”, μα ο άνθρωπος δεν τον είχε πιστέψει. Το τελευταίο ειδικά, εξωφρενικό του ‘χε φανεί, γιατί πράγμα πιο άχρηστο δεν γνώριζε στον κόσμο –  έβραζαν στην αρχη τα σωθικά σου κι ύστερα παγώναν, για χρόνια ολόκληρα μπορούσαν να μείνουν παγωμένα κι αποτέλεσμα κανένα.

Κι όμως, ήρθε ο Χρόνος κι όλα γίνηκαν όπως τα ‘χε πει στον άνθρωπο, όχι μια φορά μα δυο – κι έστησαν οι δυο τους καυγά μεγάλο. Πάγωσαν τα σωθικά του ανθρώπου και χειμώνας βαρύς απλώθηκε στην ψυχή του. Ήρθαν τα χρόνια της οργής κι ύστερα τα χρόνια της σιωπής. Κι αν ο άνθρωπος δεν τον έβλεπε, ο Χρόνος περνούσε κι ήρθε κάποτε καιρός που συνήθισε τον χειμώνα μέσα του – δεν τον βάραινε πια τόσο. Κι ας είχαν έρθει έτσι τα πράγματα, κάποτε ο άνθρωπος ξέχασε πως είχε θυμώσει με τον Χρόνο – από συνήθεια πια τον σκότωνε πότε-πότε, παρά από οργή.

Ο Χρόνος πέρασε αρκετές φορές έξω από εκεί που έμενε ο άνθρωπος παρέα με τη Μοναξιά και κάποτε ήρθε καιρός κάτι ακόμα να του πει, μα δίσταζε. Πήγε και κοίταξε μέσα από το παράθυρο. Ο άνθρωπος ήταν χωμένος σε στίβες από βιβλία και διάβαζε, η Μοναξιά καθόταν σε μια γωνιά και τον κοιτούσε βαριεστημένα κι ο Χρόνος ένοιωθε τις σελίδες μόνο μια στον τόσο να τον κόβουν. Χτύπησε την πόρτα. Ο άνθρωπος ήρθε και του άνοιξε – τα μάτια του φαίνονταν κουρασμένα, τα γένια έφταναν μέχρι το στέρνο του μα το πρόσωπό του είχε μαλακώσει από την τελευταία φορά που είχαν ιδωθεί. Ο άνθρωπος τον κοίταξε έκπληκτος κι ύστερα χαμογέλασε αχνά.

“Πέρασε”, του είπε.

“Με περίμενες;”, ρώτησε ο Χρόνος καθώς πέρασε το κατώφλι.

“Ε, κόντευε ο καιρός που πρώτη φορά έρχεσαι και φοβίζεις τους ανθρώπους, μα δεν φαντάστηκα πως θα μου χτυπούσες και την πόρτα”. Ο Χρόνος για μια στιγμή σάστισε κι έπειτα θυμήθηκε – για τον άνθρωπο κόντευαν τριάντα χειμώνες να περάσουν.

“Δεν είμ’ εδώ όμως γι’ αυτό”, άρχισε να λέει.

“Κι αν είσαι, δεν πειράζει. Τον καυγά μας εμείς τον κάναμε και θυμό άλλο δεν σου ‘χω”.

“Όχι, άλλο ήρθα να σου πω, αν θες να με ακούσεις, παρεξήγηση να  μην έχουμε πάλι μεταξύ μας”.

“Κάτσε, βολέψου, μίλα μου ελεύθερα”.

“Κι η Μοναξιά σου; Δεν θα ενοχληθεί;”

“Μπα, καιρό τώρα μου κρατάει συντροφιά. Μέχρι κι εκείνη έχει αρχίσει να με βαριέται”. Η Μοναξιά δεν είπε τίποτε, μον’ τύλιξε τα γόνατα κοντά στο στήθος της κι άρχισε μαλακά να τραμπαλλίζεται.

“Εντάξει. Το λοιπόν άκου: σε λίγο καιρό θα ξανάρθω και θα πάμε μαζί σ’ενα μονοπάτι. Σ’ ένα σημείο του σκίζεται στα δυο. Θυμάσαι, σαν τότε που ‘σουνα παιδί”.

“Θυμάμαι”.

“Πρόσεξε τώρα: το ένα μονοπάτι ξέρω στην άκρη του τι έχει”.

“Ε, καλά – και σαν τι έχει;”

“Δράκους, τελώνια, βεργόνες και ξωθιές μιλιούνια και τους παλιούς σου φίλους, τους σιδεράδες κάτω από τη Γη”.

“Κι αυτό έκανες τόσο δρόμο για να μου πεις; Τσάμπα κόπος, καημένε”.

“Ξέρω πως τούτα δε σε σκιάζουν, μα δεν είναι μόνο αυτά”, είπε ανήσυχα ο Χρόνος.

“Ε, τί είναι λοιπόν πες μου. Σου είπα: τον τσακωμό μας εμείς τον κάναμε, μίλα ελεύθερα”. Ο Χρόνος τον κοίταξε στα μάτια.

“Έχει κι έντεκα γυναίκες”. Ο άνθρωπος ανασήκωσε τα φρύδια του.

“Έντεκα; Και τι κάνουν εκεί;”

“Μιλούν μ’ όλα τα πλάσματα που σου ‘πα κι ύστερα ανταλλάζουν ιστορίες μεταξύ τους και με ανθρωπους άλλους”.

“Κι αν πάω εκεί τι θα συμβεί;”

“Θα τους πεις ιστορίες, θα σου πουν ιστορίες και μαζί θα πείτε ιστορίες και τουλάχιστον δυο φορές κοντά σας θα περάσω, με βήματα γοργά”.

“Αυτό είναι όλο;”

“Αυτό, κι άλλο τίποτε δεν ξέρω να σου πω, μα είπα να σε προειδοποιήσω – τώρα π’ άντρες και γυναίκες σχεδόν γλώσσα άλλη μιλούν και μ’ όλα τούτα που γίνηκαν παλιά…”

“Στ’ άλλο το μονοπάτι τι είδες;” ρώτησε ο άνθρωπος κι ο Χρόνος γύρισε και κοίταξε τη Μοναξιά.

“Μόνο εκείνη, κι όλα τ’ άλλα θολούρα, μα μπορώ να σου πω πως ήταν ήσυχα”.

Αυτά έλεγαν κι ύστερα κουβέντιασαν λιγάκι ακόμα, μα τι άλλο είπαν δεν ξέρω να σας πω – και σαν ο Χρόνος έφυγε, πήγε κι η Μοναξιά μαζί του. Αν ήθελε ο άνθρωπος, ήξερε πάντα πού μπορούσε να τη βρει. Σαν πέρασε πάλι ο καιρός, ήρθε ο Χρόνος και πήγε τον άνθρωπο στο μονοπάτι και στάθηκαν λίγο εκεί που σκίζεται. Αντάλλαξαν κουβέντες φιλικές και χαιρετήθηκαν, δυο φίλοι παλιοί και δύσκολοι, ο ένας συχνά απών κι ο άλλος με μια αγάπη για τις κοφτερές σελίδες – μα καταλαβαίνονταν.

Έτσι ο άνθρωπος πήρε το μονοπάτι που οδηγούσε στις έντεκα γυναίκες και τα πλάσματα των θρύλων – και σύντομα, όπως του το ‘χε πει, ο Χρόνος πέρασε κοντά τους την πρώτη τη φορά, με βήματα γοργά. Δεν ξέρω πώς τελειώνει η ιστορία, δεν ξέρω καν να σας πω τι έγινε στο μονοπάτι εκείνο, μα ξέρω πως ο άνθρωπος χαμογελά από τότε περισσότερο και γι’ αυτό είναι λιγάκι δύσκολο τα λόγια τούτα το στόμα του ν’ αφήσουν.

Α.Μ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: