Αλίκη: Πρελούδιο ενός Άγραφου Βιβλίου

Τόπος: Πουθενά. Χρόνος: Ποτέ. Εκεί όπου όλα αρχίζουν και προβλέπεται – ή είναι υπό διαπραγμάτευση – το πώς τελειώνουν. Στον κοινό παρατηρητή – υποθέτοντας ότι μπορούσε να υπάρξει τέτοιος σε έναν μη-τόπο – τα δώματα αυτά είναι τελείως σιωπηλά, όπου ακόμα και τα βήματα των ενοίκων – διότι κανείς δεν κατοικεί ποτέ και στο πουθενά, εκτός από ένα πλάσμα που ενσαρκώνει αυτές τις έννοιες ή τις αντίθετές τους – είναι φιμωμένα. Άλλωστε, ακόμα και ο πιο αδαής θνητός ενός, κατά το μάλλον ή ήττον, μορφωμένου πλανήτη, έχει κάπου δει ή ακούσει:

“Ησυχία στη Βιβλιοθήκη”.

Έτσι, τα μικρά, ξυπόλυτα βήματα της μορφής που περιφέρεται στους διαδρόμους, περνώντας κάτω από αψίδες και περίτεχνα, ζοφερά βιτρώ, δίπλα από αναρίθμητα ράφια με ισάριθμους τόμους, δεν ακούγονται – ούτε και ο ήχος που κάνει ο κόκκινος μανδύας της, το μοναδικό αντικείμενο ρουχισμού της, καθώς τινάζεται από ανύπαρκτα ρεύματα αέρα. Το δέρμα της είναι λευκό, όχι σαν τη χλομάδα ενός πτώματος, αλλά σαν το γλυκό κενό μιας άγραφης σελίδας, ενώ τα μαλλιά της – που μετά βίας φτάνουν στη βάση του λαιμού της – είναι τόσο λευκά που λάμπουν με ασημένια αντανάκλαση, όπου τα χτυπά ένα αφύσικο, άγνωστο φως.

Δεν την ενοχλούν, ούτε και την φοβίζουν οι ανήλιαγες – άλλωστε δεν υπάρχει ήλιος – γωνίες ή οι σκοτεινές σκάλες και οι πέτρινοι φύλακες που έχουν σκαλιστεί πάνω από θύρες, δίπλα σε διαδρόμους και στο κέντρο δωματίων, ρίχνοντας φοβερές σκιές – τα κατάμαυρα μάτια της βλέπουν και στο πιο πηχτό σκοτάδι.

Μα τα δώματα τούτα δεν είναι σιωπηλά για το κορίτσι. Μπορεί να μην ακούει τα βήματά της – δεν έχουν καμία ιδιαίτερη σημασία – αλλά μπορεί να ακούσει μυριάδες άλλους, αδιόρατους, μα υπαρκτούς, ήχους. Είναι ήχοι με δομή, με σκοπό, με ρυθμό – ναι, κυρίως με ρυθμό. Είναι οι ήχοι της δημιουργίας, της εξέλιξης, της καταστροφής. Είναι οι ήχοι της σκέψης, καθώς παραβγαίνει με το φως, οι ήχοι της θύμησης, της καταγραφής της ανάμνησης των Κόσμων, κατοικημένων ή όχι – προτιμά τους κατοικημένους, έχουν τόσο πιο ενδιαφέροντα πράγματα να μάθει κανείς – και οι ήχοι του τετελεσμένου, καθώς, τόμο τον τόμο, ταξινομούνται στα αναρίθμητα, ανεξάντλητα ράφια.

Οι ήχοι της είναι – της ήταν, θα της είναι; – γνώριμοι. Θυμάται να τους ακούει από… την πρώτη στιγμή που θυμάται – πότε να την ξυπνούν, πότε να την νανουρίζουν με την ακατάπαυστη, ασυνάρτητη μουρμούρα τους και κάποιες στιγμές, όταν ήθελαν – όταν ήθελε εκείνη ή όταν πρόσεχε; – να της διηγούνται παλιά, καινούργια, άγνωστα και γνωστά πράγματα, όπως τα αντιλαμβάνονται αμέτρητες φυλές – όλα θαυμαστά και όμορφα. Μα δεν κρατούσε για πολύ και σύντομα, η αφήγηση γινόταν για άλλη μια φορά μια αρμονική, μελωδική μουρμούρα, σαν την ταλάντωση μιας χορδής ή το χορό των φωτονίων – αυτά τα είχε μάθει πρόσφατα, κρυφακούγοντάς τον και δεν ήταν ακόμα σίγουρη τι ήταν, αλλά έμοιαζαν τρομακτικά ενδιαφέροντα!

Κι αυτός; Τι ήταν ή μάλλον, ποιος ήταν αυτός; Κατοικούσε άπειρες φορές άπειρους ορόφους παρά έναν, πιο πάνω από οποιονδήποτε ή οτιδήποτε άλλο, ακριβώς κάτω από τη βιβλιοθηκάριο – με “Β” κεφαλαίο, αν και τη διασκέδαζε να το παραλείπει. Αυτό τον έκανε σημαντικό, αλλά γιατί; Βέβαια ήταν ο μόνος από τους Στιχουργούς που οι ήχοι του δημιουργούσαν τέτοιες αρμονίες – από αυτόν, δίχως να το ξέρει, είχε μάθει τον ήχο της ειρωνείας, της υπομονής και της νοσταλγίας. Αυτή η τελευταία δεν ήταν σαν τους υπόλοιπους ήχους των αναμνήσεων, αλλά κάτι άλλο, διανθισμένο με… έναν διαφορετικό, γλυκό, πιο γρήγορο παλμό – πιστεύει πως κάπως σχετίζεται με αυτήν την “καρδιά” που έχει δει να αναφέρεται συχνά στους τόμους ενός συγκεκριμένου διαμερίσματος.

Αν και δεν της έχει απαγορευτεί ρητά, το κορίτσι έχει την αίσθηση ότι παραβαίνει κάποιον κανόνα με το να τον επισκεφτεί – άλλωστε, οι επισκέπτες εδώ είναι σχεδόν εξίσου σπάνιοι με τον θόρυβο και όταν κάποιος από αυτούς καταφέρνει να χαθεί στο πουθενά, δηλαδή να βρει τη Μεγάλη Είσοδο, το κάνει διότι υπάρχει κάτι στα ράφια που τον ενδιαφέρει. Πιθανότατα, οι περισσότεροι δεν είχαν, δεν έχουν και δεν θα τους περάσει ποτέ από το μυαλό ότι υπάρχουν όντως κάποιοι που συνθέτουν αυτούς τους αναρίθμητους τόμους – της προκαλεί τρομερή εντύπωση πως κάποιοι θα θεωρούσαν ότι οι τόμοι αυτοί βρίσκονταν πάντα εδώ και περίμεναν την αφεντιά τους. Συνήθως είναι άνθρωποι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Της αρέσουν οι άνθρωποι – είναι τόσο πολύπλοκοι και έχουν μια μοναδική ικανότητα να περιπλέκουν τα πράγματα και να δημιουργούν στους εαυτούς τους προβλήματα για να λύσουν, ανακαλύπτοντας δεκάδες ή εκατοντάδες άλλα πράγματα στην πορεία, απλά διότι δεν τους κόβει να κινηθούν σε μια ευθεία γραμμή από εκεί που βρίσκονται, προς τα ‘κεί που θέλουν να πάνε. Είναι άλλος ένας λόγος που θέλει να τον επισκεφθεί – λέγεται πως ήταν άνθρωπος πριν έρθει στο πουθενά και για να μένει εκεί που μένει, πρέπει να έχει τεράστιο ταλέντο με τις Λέξεις.

Κάποια στιγμή το κορίτσι βαριέται να ανεβαίνει σκάλες, να διασχίζει αίθουσες ποικίλων σχεδίων και τεχνοτροπιών, να στρίβει και να χάνεται σε αναρίθμητους λαβύρινθους. Εκείνη τη στιγμή, βρίσκεται στο πλατύσκαλό του. Την παραξενεύει- για κάποιον που είναι ολοφάνερα τόσο σημαντικός, ο όροφος αυτός είναι υπερβολικά απλός. Η μοναδική Λέξη που φαίνεται να έχει χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή του, είναι η Πέτρα, σε διάφορες παραλλαγές και πάλι, όχι πολλές. Το χρώμα είναι τόσο ουδέτερο που λες και δεν υπάρχει καθόλου – ούτε φανταχτερά βιτρώ, ούτε σκαλίσματα, ούτε Λέξεις που στους υλικούς Κόσμους δεν κάνουν για χτίσιμο. Μόνο ένας μεγάλος χώρος, με μια στρογγυλή γούρνα στη μέση και διάσπαρτα αγάλματα από θαμπό, ασημί Μέταλλο, μάλλον αυτό το – πώς το λένε, να δεις – ατσάλι.

Πλησιάζει στη γούρνα και τολμά να ελπίσει για κάτι υγρό, ίσως και κανένα περίεργο ψάρι ή άλλο υγρόφιλο πλάσμα – άμμος, ψιλή, μεταξένια, γκρίζα, γυαλιστερή άμμος, που το φως κάνει να γυαλίζει σαν χρυσόσκονη που έχασε το κίτρινό της. Το κορίτσι αρχίζει να ενοχλείται – ακόμα και τα βαρετά, άχρωμα πράγματα έχουν τη χάρη τους, αλλά αυτό παραπάει! Δεν έχει καν εναλλαγή ή κάτι χαρακτηριστικό. Ακόμα και η γούρνα είναι παράλογη: έχει δει γούρνες με νερό, όπως αυτές όπου οι άνθρωποι δίνουν ονόματα στα παιδιά τους, με φλόγες, όπως εκείνη στην Ασημένια Πόλη, όπου ο Σαμαήλ αψήφησε τον Γαβριήλ, με οξύ, όπου οι Ριλεμάνιοι τιμωρούν τους σπανιότατους παραβάτες των νόμων τους, αλλά γούρνα με άμμο; Άμμο;! Θα μπορούσε τουλάχιστον να βάλει κανονική χρυσόσκονη σαν αυτή του Όνειρου, αλλά όχι. Άραγε βαριόταν τόσο πολύ;

Έχωσε το χέρι της μέσα στη γούρνα, έβγαλε μια χούφτα άμμο και την κοίταξε – τι το ιδιαίτερο είχε; Τίποτα. Την άφησε να πέσει αργά πάλι μέσα, περνώντας ανάμεσα από τα δάχτυλά της. Δεν ήξερε γιατί – ήθελε στην πραγματικότητα να την πετάξει – αλλά το έκανε. Καθώς η άμμος έπεφτε πάλι μέσα στη γούρνα, αντί να δημιουργήσει ένα λοφάκι στη μέση, άρχισε να πέφτει σαν μέσα σε νερό, δημιουργώντας μια μικρή, αλλά αισθητή δίνη, σαν κάποιος να χάραζε γραμμές στην άμμο με το δάχτυλο. Στο κέντρο της δίνης η άμμος άρχισε να γυαλίζει πιο έντονα, σχεδόν να λάμπει και μετά από λίγο ο δίσκος φωτός άρχισε να εκτείνεται προς την περιφέρεια της γούρνας. Έγινε ένας διαρκώς αυξανόμενος φωτεινός δακτύλιος, με σταθερό πλάτος και αυξανόμενη περίμετρο, ο οποίος άφηνε την άμμο που άγγιζε χρωματιστή.

Όταν ο δακτύλιος έφτασε στις άκρες της γούρνας, εξαφανίστηκε, ενώ η πέτρα από την οποία ήταν φτιαγμένη άρχισε να λάμπει με ένα απαλό, ανοιχτογάλανο φως – σχεδόν όλη την επιφάνεια της άμμου κάλυπτε τώρα το πρόσωπο μιας νεαρής – το κορίτσι υπέθεσε, ανθρώπινης – γυναίκας με δέρμα που έμοιαζε με το δικό της, ενώ τα μαλλιά της ήταν μακριά, με πλούσιο μαύρο χρώμα, όμοιο με κάποιες από τις σκιές αυτού του μη-τόπου. Καθώς παρακολουθούσε, είδε το πρόσωπο της γυναίκας να στρέφεται προς το μέρος της – αλλά όχι, απλά οι κόκκοι της άμμου μετακινούνταν για να δώσουν αυτήν την εντύπωση – και να την κοιτάει με βαθιά, καστανά μάτια, τέτοια που εμείς θα αποκαλούσαμε μελιά. Την κοιτούσε; Ήταν άραγε η γούρνα ένα παράθυρο σε κάποιον Κόσμο; Ήταν άραγε μια νέα μέθοδος καταγραφής;

Κάτι την παρότρυνε να αγγίξει το πρόσωπο αυτής της γυναίκας… Είχε κάτι γνώριμο, κάτι… νοσταλγικό… και για πρώτη φορά το κορίτσι, εκτός από το να γνωρίζει τον ήχο του συναισθήματος, το ένιωσε κιόλας, για κάποιο λόγο που τη συγκεκριμένη στιγμή τής ήταν τελείως άγνωστος. Άπλωσε το χέρι της προς την μεταβαλλόμενη εικόνα στην άμμο, σχεδόν ένιωθε τους κόκκους στα δάχτυλά της όταν…

“Βλέπετε κάτι ενδιαφέρον δεσποινίς;” Η φωνή ήταν βαθιά, αργή και καθαρή, κανονικά ένας αφύσικος ήχος εκεί όπου επικρατεί η σιωπή, αλλά το κορίτσι είχε την αίσθηση ότι οι ήχοι που τη συντρόφευαν πάντα απλώς συντονίστηκαν – και αυτό το είχε ακούσει από αυτόν – σε αυτές τις λέξεις. Η εικόνα έμοιασε να λιώνει όπως μια ζωγραφιά στις γήινες παραλίες, όταν περνάει από πάνω τους το κύμα. Το χρώμα χάθηκε, το απαλό φως σταμάτησε να φέγγει και στη θέση της μελαχρινής κοπέλας έμεινε πάλι μια γούρνα γεμάτη άμμο. Γύρισε να κοιτάξει τη φιγούρα από όπου προήλθε η φωνή.

“Ναι και όχι”, απάντησε καθώς γύρισε να κοιτάξει από πού έγινε η φραστική παρέμβαση. Ήταν μια φιγούρα που της φαινόταν ψηλή, με ανθρωποειδή κατατομή στις αναλογίες και μεγάλη έκταση εκεί όπου λογικά βρίσκονταν οι ώμοι. Λεπτομέρειες δεν μπορούσε να διακρίνει, διότι το σύνολο κάλυπτε ένας μανδύας όμοιος με το μέταλλο των αγαλμάτων και μια κουκούλα, μέσα από την οποία διέφευγαν μόνο ασημένιες άκρες μαλλιών και τα γένια στο σαγόνι.

“Δηλαδή;” τη ρώτησε.

“Δηλαδή ναι, έβλεπα κάτι ενδιαφέρον πριν με διακόψεις και όχι, δεν είμαι δεσποινίς”, του απάντησε – η φωνή υποδείκνυε κάτι αρσενικό – με ίσες ποσότητες ενόχλησης και απορίας.

“Α, με συγχωρείτε. Δεν διέκρινα κάποια βέρα στα χέρια σας και υπέθεσα ότι δεν είστε παντρεμένη. Απολογούμαι για το λάθος.” Τι ήταν αυτός ο τόνος, κάτω από τις κύριες νότες που ήταν η φωνή του; Κάτι άλλο, ασυνάρτητο, σαν μουρμούρα, αλλά σαφές όσο και τα ίδια τα λόγια. Είχε ακούσει τη βιβλιοθηκάριο να κάνει τον ίδιο ήχο μερικές φορές, αλλά αυτή δεν ήταν ασφαλής στόχος της περιέργειάς της.

“Καλά κάνεις και απολογείσαι, αν και δεν είμαι σίγουρη τι εννοείς. Αυτό το ‘παντρεμένη’ το έχω ξανακούσει πάντως. Εγώ δεν ήμουν ποτέ, η θεία μου ήταν, αλλά ποτέ δεν ανέφερε κάτι για βέρα. Κάτι σαν χρυσαφί δαχτυλίδι δεν είναι;” Εκείνος έμεινε για λίγο σιωπηλός και το κορίτσι ένιωσε πως είχε κάνει κάτι εντυπωσιακό.

“Η… θεία σου; Μάλιστα, δεν σας αναγνώρισα δεσποινίς. Καλωσήλθατε στην ταπεινή μου κατοικία, αν στ’ αλήθεια μπορεί έτσι να ονομαστεί”. Ο ίδιος εκείνος τόνος είχε γίνει δυνατότερος και κάτι άλλο είχε προστεθεί, κάτι που της θύμιζε τον εαυτό της όταν αναζητούσε κάτι καινούργιο. Ξαφνικά η λέξη της ήρθε: ‘ενδιαφέρον’.

“Σου είπα, δεν είμαι δεσποινίς, είμαι απλώς εγώ και δεν δύναται να μου προσάπτεται καμία λέξη”. Ήξερε ότι υπήρχαν κάποιες Λέξεις – και όχι λέξεις – που της ανήκαν, αλλά σιγά μην του τις έλεγε. Δεν ήταν δα και χαζή!

“Τότε πώς θέλεις να σε φωνάζω; Δεν μπορώ να σε αποκαλώ ‘απλώς εσύ’”. Το κορίτσι σάστισε – ποτέ κανείς δεν την είχε ρωτήσει κάτι τέτοιο. Τα λίγα πλάσματα με τα οποία είχε ποτέ συνομιλία γνώριζαν κάποια από τις Λέξεις της και την αποκαλούσαν έτσι. Δεν είχε τεθεί ποτέ το ζήτημα του πώς ήθελε να τη φωνάζουν.

“Δεν…δεν ξέρω. Μιλώ σχεδόν αποκλειστικά με τη θεία μου και εκείνη ξέρει τις Λέξεις για να με αποκαλεί. Αλλά δεν πρόκειται να σου τις πω! Ξέρω τους κανόνες!” Για μια στιγμή πίστεψε ότι είχε κάνει κάτι σπουδαίο, αποφεύγοντας να αποκαλύψει αυτό που της είχε δοθεί ως μυστικό, αλλά ο συνομιλητής της δεν φάνηκε να ταράζεται. Παρέμεινε ακίνητος και, αν και δεν τα έβλεπε, ένιωθε τα μάτια του να την παρατηρούν μέσα από τη φαινομενικά αχανή κουκούλα.

“…”

Η σιωπή – μια σιωπή ακόμα πιο δυνατή από την κανονική σιωπή στα δώματα, μια απόλυτη σιωπή – κράτησε για ένα άγνωστο αριθμό στιγμών που της φάνηκαν ατέρμονες. Δεν της άρεσε αυτή η σιωπή, την έκανε να νοιώθει ένα σφίξιμο κάπου πιο κάτω από το στέρνο της. Ξαφνικά είχε μια ιδέα!

“Το βρήκα! Υποτίθεται πως είσαι Στιχουργός – βρες εσύ λοιπόν πώς να με φωνάζεις. Κάτι που να μου ταιριάζει! Ονόμασέ με!”

Άραγε συνειδητοποιούσε τι έλεγε εκείνη, την έξω-από-το-χρόνο στιγμή; Αυτό είναι κάτι που δεν το ξέρει και ίσως να μην το αντιληφθεί ποτέ ούτε και η ίδια, ακόμα και όταν θα έχει δικό της χρόνο να το σκεφτεί. Ο συνομιλητής της την πλησιάζει και τότε διακρίνει άλλο ένα σχήμα στο πρόσωπό του – ένα ελαφρά χαμογελαστό στόμα. Την κάνει να νοιώθει όπως όταν οι ήχοι την νανουρίζουν και την ξεκουράζουν. Στέκεται μπροστά της και από το δεξί μανίκι του μανδύα, βγαίνει το χέρι του, μεγάλο και πολυκαιρισμένο, με οστά και φλέβες να τσιτώνουν το δέρμα στο πάνω μέρος της παλάμης. Το κάτω μέρος είναι γεμάτο μαύρες μουτζούρες και αυτό αγγίζει στο κεφάλι της, πολύ αργά και απαλά, «ευγενικά» σκέπτεται εκείνη, πριν ακούσει τη βαθιά φωνή του να προφέρει μία και μόνο λέξη.

“Αλίκη”.

Το παρόν γράφτηκε στην αρχική του μορφή το 2007, ως πρελούδιο σε μια απόπειρα μυθιστορήματος. Προσωπικά αμφιβάλλω πολύ ότι θα γράψω ποτέ το εν λόγω μυθιστόρημα, αλλά η αλήθεια είναι ότι το συγκεκριμένο κείμενο έχει αρκετές εικόνες που μου αρέσουν. Μια και στα μαθήματα και τις κουβέντες περί αφήγησης γίνεται συχνή αναφορά στο θέμα της εικόνας, είπα να το μοιραστώ εδώ μαζί σας. Οι σκηνές λαμβάνουν χώρα σε ένα μέρος που είχα πρόχειρα ονομάσει “Ατέρμονη βιβλιοθήκη”, με αρκετές κοσμολογικές και θεολογικές προεκτάσεις που πιθανώς δεν ενδιαφέρουν κανέναν.

Α.Μ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: