Ιστορίες του Καπέλου #1: Στην Κώμη, Επτά Έτη Μετά

Σε συνέχεια του προηγούμενου post λοιπόν, παρότι πιθανότατα να μην σας ενδιαφέρει, θα σας πω μερικά πράγματα που είδε το περιβόητο καπέλο αυτό το καλοκαίρι και άλλα που θυμάται από χρόνια περασμένα. Η σχέση μου με τη Χίο είναι πολύ ιδιόμορφη. Δεν έχουμε συγγενείς – εξ’ αίματος ή εξ’ αγχιστείας – από εκεί, δεν έχουμε σπίτι δικό μας, εν ολίγοις θα έλεγε κανείς ότι δεν έχουμε καμία σχέση με το όμορφο αυτό νησί – και όμως… Πριν από περίπου 25 χρόνια (είμαι σχεδόν σίγουρος ότι είναι 26 – 4 ετών πρέπει να πρωτοπήγα) βρεθήκαμε εκεί με τους δικούς μου, καθώς και κάποιους οικογενειακούς φίλους, για διακοπές – στο νότιο άκρο του νησιού, στο χωριό της Κώμης. Για τα επόμενα 20 περίπου χρόνια (19, αν σας τρώει τόσο πολύ το θέμα της ακρίβειας), κάθε καλοκαίρι επιστρέφαμε εκεί και με εξαίρεση ελάχιστες χρονιές, νοικιάζαμε και μέναμε πάντοτε στο ίδιο σπίτι…

Φανταστείτε το για μια στιγμή: 20 ολόκληρα χρόνια, από την παιδική ηλικία στην εφηβεία κι έπειτα στην πρώιμη ενηλικίωση, παρακολουθώντας έναν τόπο και τους ανθρώπους του να αλλάζουν σε διάστημα δύο δεκαετιών – αλλά μόνο τα καλοκαίρια, μόνο όταν σφύζει από ζωή, από παιδιά, από παιχνίδι και διασκέδαση. Αν άρχιζα – ψέματα, αν επιχειρούσα να αρχίσω – την αναπόληση όσων είδα, όσων άκουσα, όσων εκανα εκεί, όσων άλλαξαν κι ακόμα περισσότερο, όσων έμειναν ίδια σε πείσμα του χρόνου, δεν θα έπρεπε να ξαναγράψω ποτέ για τίποτε άλλο, δίχως την παραμικρή ελπίδα να τελειώσω ποτέ την εξιστόρηση.

Εκεί έδωσα και πήρα το πρώτο μου φιλί, εκεί αντάλλαξα για πρώτη φορά γροθιές με κάποιον για λόγο ανούσιο, αλλά όχι για παιχνίδι – κάποιον που με τα χρόνια έγινε καλός φίλος κι ίσως πια δεν το θυμάται ότι έτσι γνωριστήκαμε, δυο κοκοράκια που πάλευαν για τα μάτια του ίδιου κοριτσιού. Εκεί ανεβαίναμε, χρόνο το χρόνο, σε όλο και ψηλότερους, όλο και κοφτερότερους βράχους με τους φίλους μου για να βουτήξουμε στη θάλασσα κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή, εκεί παρελαύναμε με τους γδαρμένους αγκώνες, τα σκισμένα μας γόνατα και τις ουλές περασμένων καλοκαιριών σαν παράσημα ανδρείας. Εκεί σκαλίζαμε, απερίσκεπτα, παλιά – και άλλα, όχι τόσο παλιά – πολυβολεία και μπαινοβγαίναμε σε παροπλισμένα τάνκς κρυμμένα στους λόφους. Εκεί ανακάλυψα για πρώτη φορά ότι, όσο κι αν τα πράγματα μοιάζουν απαράλλαχτα, μερικές φορές αλλάζει κάτι στο εσωτερικό ενός ανθρώπου – ενός κοριτσιού που ξέρεις από τόσο μικρό ώστε κάποτε το σήκωνες στους παιδικούς σου ώμους για να ανέβει σε ένα ξυλόσπιτο – που ξάφνου σε ξενίζει, ακόμα και σε πανικοβάλλει. Χρόνια αργότερα θα βρισκόμουν κι εγώ στην ίδια θέση. Εκεί  ζαλίστηκα πρώτη φορά από την πολλή μαυροδάφνη γύρω από φωτιές αναμμένες στην παραλία και έμαθα να σιχαίνομαι το Schnapps φράουλα, εκεί έμαθα ότι το τσιπ-τσοπ και το νυχτερινό μπάνιο δεν αποκλείουν το ένα το άλλο – αρκεί να έχουμε το νου μας στις “μικρές” (κορίτσια 4-5 χρόνια μικρότερά μας) για να μην πνιγούν κι έπειτα να τις σηκώσουμε στην πλάτη μας για να τις πάμε σπίτι τους.

Το καπέλο μπορεί να μην τα είδε ΟΛΑ αυτά, αλλά από τότε που το πρωτοέβαλα στο κεφάλι μου, πριν από 12 χρόνια, δεν έλειψε από καμία στιγμή, καμία κουβέντα, κανένα χαμόγελο και κανένα δάκρυ – κι όσο περνούσαν τα χρόνια, φαινόταν ότι όσο εγώ φορούσα το καπέλο, αλλό τόσο ίππευε κι εκείνο πάνω στο κεφάλι μου για να δει τους παλιούς φίλους, ένα ακόμα μέλος της παρέας μας. Αν ψάξει κανείς λίγο τις παλιές φωτογραφίες, θα το βρει κάποτε πάνω στο κεφάλι ενός κοριτσιού που δεν έπρεπε ν’ αφήσω να φύγει μακριά μου – και μια άλλη φορά, όταν τα μαλλιά μου ήταν ακόμη μακριά, πάνω στο δικό μου κεφάλι, πλάι σε έναν φίλο που δεν είναι πια μαζί μας, εδώ και 4 χρόνια…

Μπορώ να σας πω τούτο για το χωριό και “τα παιδιά της Κώμης” κι έχω τις φωτογραφίες που το αποδεικνύουν: ο χρόνος μοιάζει να κάνει λιγάκι τα στραβά μάτια για τους ανθρώπους που γνώρισα, που έζησα σ’ εκείνο το μέρος, ανθρώπους με τους οποίους είτε βρισκόμασταν εκεί μόνο στις διακοπές, παρόλο που όλοι μέναμε στην Αθήνα, ανθρώπους που δεν ήταν από την Κώμη, αλλά από άλλα χωριά, γειτονικά, ή και πιο μακρινά, μα οι φαινομενικά ανούσιες καλοκαιρινές μας σαπουνόπερες έδεσαν με κάτι αλλόκοτο – κάτι που δεν έχει όνομα, αλλά όλοι όσοι το έχουν νοιώσει το αναγνωρίζουν.

Στιν πραγματικότητα, τα πράγματα αλλάζουν, ίσως μια στο τόσο, ίσως με τρόπους που δεν είναι ορατοί με το μάτι, αλλά νοιώθει κανείς την αλλαγή τόσο έντονα, συχνά τόσο άσχημα, που μοιάζει να έρχεται η συνετέλεια του κόσμου. Έτσι, κάποτε, πριν από 7 χρόνια, μετά από μια σειρά λάθος στροφών σε διαδοχικά σταυροδρόμια, οι συγκυρίες χτύπησαν επανειλημμένα και βάναυσα το αφελές εκείνο παιδί με το καπέλο. Το αποτέλεσμα ήταν – πιστεύω – ένας χειρότερος άνθρωπος, αλλά – θέλω να πιστεύω – λιγάκι πιο σοφός. Θαρρώ πως αυτό που έχασα για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα τότε, ήταν η παροιμιώδης (τουλάχιστον στην παρέα) υπομονή μου. Δεν έχει στ’ αλήθεια σημασία τι συνέβαινε μέσα στο κεφάλι μου και στον κόσμο γύρω μου, αλλά το αποτέλεσμα ήταν ότι δεν επέστρεψα στη Χίο για 7 χρόνια και παρόλο που μερικά παιδιά τα έβλεπα στην Αθήνα κατά περιόδους, θεώρησα όλες εκείνες τις ιστορίες και τις αναμνήσεις ένα οριστικό και αμετάκλητο παρελθόν – το αληθινό τέλος της παιδικής μας ηλικίας.

Μετά από σχεδόν δύο χρόνια (δικής μου) πλήρους απουσίας και σιωπής, κάποια από τα παιδιά με ξαναβρήκαν – συγκεκριμένα ο Θοδωρής Κατρής, η Αγγελική Μπουλμέτη και η Αγγελική Χατζημόσχου. Με βρήκαν σε διαφορετικούς χρόνους και κουβεντιάσαμε εν μέρει διαφορετικά πράγματα (με εξαίρεση πάντα το κοινό μας παρελθόν), αλλά σε κάθε περίπτωση υπήρχε μια κοινή συνιστώσα: “Τι θα γίνει ρε μαλάκα; Θα ‘ρθεις καθόλου από Χίο φέτος; Τόσα χρόνια έχεις να πατήσεις!” Θα μπορούσα να πω ότι λέγε-λέγε με βάλανε σε σκέψεις και τελικά γι’ αυτό αποφάσισα να περάσω φέτος, έστω για τρεις μέρες, αλλά η βαθύτερη αλήθεια βρίσκεται, ως συνήθως, στις ιστορίες – μια ιστορία παλιά, που άφησε το χνάρι της στη μνήμη κάποιων παιδιών με τρόπους που δεν φαντάστηκα ποτέ και ιστορίες που έμαθα να λέω φέτος, που κίνησαν άλλων παιδιών την περιέργεια…

Την πρώτη ιστορία δεν την έχω πει παρά μία φορά, πριν από 10 χρόνια, γύρω από μια φωτιά στην παραλία, όταν το αλκοόλ και η κούραση από τα χαχανητά και τις παλαβωμάρες μας μάς είχαν φέρει σε μια κατάσταση “μεταξύ ξυπνητού κι ονείρου”, που λέει κι ένα τραγούδι. Καθώς βρισκόμασταν σε αυτό το λυκόφως των αισθήσεων και του συνειδητού μας, με την ξαφνική σιωπή να διακόπτουν μόνο το κυματάκι της θάλασσας και οι παράξενοι ήχοι από τη Γλύφάδα (ένας βάλτος-λιμνοθάλασσα δίπλα στον οποίο τα παιδιά ανάβουν μέχρι και σήμερα τις φωτιές τους), κάποια στιγμή άρχισα απλά να μιλάω, όπως θυμάται ο Θοδωρής. Ήταν μια αλλόκοτη ιστορία, ένα pastiche από το παιχνίδι CHANGELING: THE DREAMING, την ταινία SLEEPY HOLLOW και τη δική μου, κουνημένη φαντασία. Η ιστορία περιστρεφόταν γύρω από ένα πλάσμα ονόματι “Γκρίζος Τοντ”, δανεισμένο από το KITHBOOK: SLUAGH (σ. 46 του αρχείου) του προαναφερθέντος παιχνιδιού, το οποίο ερχόταν σε σύγκρουση με τον Ichabod Crane, τον νεαρό ντετέκτιβ της Αμερικής του 1850, που ερευνά τους φόνους στο Sleepy Hollow – τουλάχιστον, όπως τον έπαιζε ο Johnny Depp και όπως το είχε οραματιστεί ο Tim Burton. Το ενδιαφέρον είναι ότι, όπως αποδείχθηκε και φέτος στην Κώμη, κανείς που άκουσε αυτή την ιστορία δεν την έχει ξεχάσει, παρόλο που επίσης κανείς (εμού συμπεριλμβανομένου) δεν θυμάται τι ακριβώς εξιστορούσε. Θυμούνται όμως τα συναισθήματα (κυρίως τρόμου) που τους προκάλεσε, ορισμένες εικόνες, καθώς φυσικά και τον Τοντ, ειδικά το γεγονός ότι έκρυβε ένα στιλέτο μέσα στο λαιμό του και ότι ήταν αδύνατο να τον κρατήσεις έξω από ένα σπίτι.

Η ιστορία αυτή είναι πάντοτε ένα σημείο αναφοράς σε όλες τις συζητήσεις μας που ξεκινούν “θυμάσαι τότε που…;” Η κοινή ανάμνηση εκείνης της παράξενης βραδιάς, σε συνδυασμό με την τωρινή μου ενασχόληση με τις ιστορίες, ήταν ένα σχεδόν ακαταμάχητο δέλεαρ να επαναλάβουμε μια βραδιά με ιστορίες γύρω από τη φωτιά, στην παραλία της Κώμης.

Αυτό μας φέρνει στο δεύτερο κομμάτι της αφορμής (γιατί τα αίτια, όπως πρέπει να έχει καταστεί σαφές, είναι οι αναμνήσεις  20 ετών και οι άνθρωποι που κατοικούν μέσα τους) που με έφερε ξανά στη Χίο. Όταν βρέθηκα με τις προαναφερθείσες δύο Αγγελικές στα Εξάρχεια, στην παρέα μας βρίσκονταν και δυο αρκετά μικρότερα κορίτσια, η Γεωργία Μπεκιάρη και η Λήδα Μαχά. Κουβέντα στην κουβέντα, φτάσαμε και στο θέμα της αφήγησης και βρέθηκα (αναμενόμενα – άλλο που δεν ήθελα) να τους λέω κάποιες από τις ιστορίες που έμαθα φέτος και φυσικά ξανάγινε αναφορά στον διαβόητο Γκρίζο Τοντ από τις Αγγελικές. Το αποτέλεσμα ήταν να υποσχεθώ πως, αν τα κατάφερνα, φέτος θα πήγαινα στη Χίο να τους πω ιστορίες γύρω από τη φωτιά, “όπως τότε που…”

Πράγματι, έτσι έγινε, πρόλο που δεν πρόλαβα τη Λήδα όσο ήταν εκεί, οπότε της χρωστάω μερικές ιστορίες. Θα μπορούσα να πω ακόμα πολλά, πάρα πολλά, αλλά ήδη έχω φλυαρήσει υπέρ του δεόντος και πρέπει κάποια στιγμή να βάλω τις φωτογραφίες και μια  τελεία στην εκτενή αυτη διήγηση. Θα αναφέρω δύο μόνο περιστατικά ακόμα: το ένα είναι ότι, όταν συναντηθήκαμε με τον Χρήστο Δημητράκη, που έχει την “Πανδαισία” στην παραλία, ανάμεσα στα πολλά που είπαμε ήταν και το ακόλουθο:

“Για πες ρε”, μου λέει, “ασχολείσαι ακόμα με εκείνα τα παλαβά όπως τότε; Με τον Τοντ;” κι εκεί έμεινα άφωνος, διότι ομολογώ, δεν πίστευα ότι θα το θυμόταν κι εκείνος κι έτσι πιάσαμε την κουβέντα περί αφήγησης.

Του λέω κάποια στιγμή:

“Αυτή η ιστορία ρε συ… Πρέπει με κάποιο τρόπο να την ξαναγράψω”.

“Να γράψεις ιστορίες για όλα όσα έχουν γίνει εδώ τόσα χρόνια. Αυτό πρέπει να κάνεις“, μου απαντά.

Φυσικά είχε δίκιο κι η σκέψη αυτή δεν παύει να τριβελίζει το μυαλό μου, εξού – εν μέρει – και το παρόν post.

Το δεύτερο “περιστατικό” είναι ότι καταφέραμε με τον Θοδωρή να συναντηθούμε με την Ιωάννα Φραγκίσκου, τα αδέλφια της και μια φίλη τους, στα Μεστά. Θα μου πείτε, ε, σιγά τον πολυέλαιο. Μετά από όλη αυτή την κουβέντα γύρω από τις ιστορίες, τις ξέχωρες ιστορίες μας από τη Χίο – που έχουμε ανταλλάξει με την Ιωάννα στα πρώτα μαθήματα της αφήγησης – και το όλο συναίσθημα αυτού του ταξιδιού, μια τέτοια συνάντηση στο μεσαιωνικό αυτό χωριό (όπου κουβεντιάσαμε, ακόμα μια φορά, για αφήγηση) αποκτά ένα ειδικό βάρος, τουλάχιστον για μένα. Το μόνο που με λυπεί είναι όσα μου περιέγραψε από το τηλέφωνο για τις φωτιές…

Σε κάθε περίπτωση πάντως, αυτές τις τρεις μέρες που ξαναβρέθηκα στην Κώμη συνάντησα πολλούς παλιούς γνωστούς και φίλους, περισσότερους από όσους φανταζόμουν καθότι επέλεξα να φύγω 15 Αυγούστου, όταν όλοι σχεδόν επιστρέφουν εκεί έστω για λίγο. Θυμηθήκαμε ξανά τα παλιά, ανταλλάξαμε ιστορίες και δώσαμε υποσχέσεις να ξαναβρεθούμε – εκεί και πάλι πίσω, ή στο ενδιάμεσο. Μόνο ο χρόνος θα δείξει αν θα κρατήσουμε αυτές τις υποσχέσεις και πόσο ακόμα του ρολογιού οι δείκτες στη θέση τους θα μένουν κολλημένοι. Ό,τι κι αν γίνει όμως, έχουμε πάντα τις ιστορίες μας…

Είδα φυσικά κι άλλους, πολλούς φίλους και γνωστούς απ’ τα παλιά, αλλά για μια φορά θυσίασα το φακό χάριν της κουβέντας και μάλλον δεν το μετανιώνω. Να ‘στε όλοι σας καλά και με λίγη τύχη, θ’ ανταμώσουμε για περισσότερο του χρόνου – με λίγη περισσότερη, ίσως νωρίτερα.

Τουλάχιστον, έτσι λέει το καπέλο.

Α.Μ.

6 Comments

  1. Thod Kat said,

    August 28, 2012 at 05:16

    Χειροκροτάω σαν αυτιστικό 6 το πρωι μπροστα απο μία οθόνη.
    Είναι καλό ή κακό που η πρώτη μάπα που σου ήρθε στο μυαλό μετά τον Κθούλου ήταν η δική μου;
    Τους χαιρετισμούς μου στο καπέλο. Το μαύρο τετράδιο σου το παίζει θιγμένο επειδή λείπεις καιρο και απο κεί. It just nods along..

  2. speedxgrapher said,

    August 28, 2012 at 10:43

    Δεν ξέρω, μάλλον φταίει “το πλοκάααααααμιιιιιιι”!. Αχεμ, ναι. Θοδωρή, το μαύρο τετράδιο χρόνια τώρα μουρμουράει “Δεν θα ‘ρθεις ξανά κατά δω ρε μπάσταρδε; Θα λογαριαστούεμ…” κι εγώ απλά κάνω τον Κινέζο. Μέχρι θέση του άλλαξα για να μην νοιώθει τόσο καταχωνιασμένο, αλλά τίποτα.

  3. Thod Kat said,

    August 28, 2012 at 14:01

    Δεν εννοούσα το δικό σου.. Το δικό ΜΑΣ έλεγα..! Το δικό σου είναι φάκιν ήβολ!😛

    • speedxgrapher said,

      August 28, 2012 at 19:06

      Ααα, εντάξει εσύ εννοείς το goth (ας πούμε) τετραδιάκι και όχι εκείνο που είναι…Satanic Metal.

  4. Starly said,

    August 28, 2012 at 16:47

    ”Our lives are like soap operas. You can go for months and not tune into them, then, six months later we look in and the same stuff is going on…”
    —Jane Wagner

  5. September 7, 2012 at 15:59

    […] ξεκινά το μήνα αυτό μικρό και άδολο, αλλά όπως θυμούνται κάποιοι, στις αθώες σκιές που ρίχνουν τα παιδικά παιχνίδια, […]


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: