Delirium Urbis (Διήγημα)

2013-02-16 - 21 - Metropolis Free Press - CoverΕίναι λυκόφως, ίσως και λυκαυγές – δύσκολο να πει κανείς τη μελανιασμένη τούτη ώρα, καθώς αυτό το δίχως ήλιο φως πέφτει πάνω σε τοίχους ψηλούς και μονοκόμματους, σαν γκρεμούς. Πάνω τους τα χρώματα φέρνουν στο νου, στην άκρη του ματιού, εκεί που το στραβό χαμόγελο γίνεται μια αίσθηση απτή, μυϊκή, πάνω στα ζυγωματικά, την ανάμνηση μιας παραλίας σε άλλο τόπο, μα ακόμα μακρύτερα στον χρόνο. Ήταν εκεί που, βράδια το ένα απάνω στο άλλο, για χρόνια στοιβαγμένα ένα σωρό, γλυκά και πικρά σαν χαμόγελο και δάκρυ περγαμόντο, ανοίγαμε διάπλατα τα μάτια μας και βλέπαμε αλήθειες, ζωγραφισμένες ξεκάθαρα με όνειρα και φρίκες – κι ούτε μια θαμπή στιγμή.

Μ’ έπιασε όμως πάλι παραλήρημα… Διαβάτη μου πού πας; Δεν σε πειράζει διαβάτη να σε λέω – γιατί ξέρεις, είτε γοφούς έχεις τορνευτούς, είτε πρόσωπο αξύριστο, είτε είσαι σε ηλικία που αυτά είναι ξένες έγνοιες, διαβάτης είσαι, κι ας έχουμε ξεχάσει ότι στην κακοποιημένη μας γλώσσα πολλά επίθετα έχουν το φύλο των Αγγέλων. Ξέρω ότι περπατάμε τους ίδιους δρόμους, γεμάτους με ανθρώπους σκυφτούς, που έχουν τα ίδια μελανά σύννεφα μέσα τους, τις ίδιες βαριές σκιές στα πρόσωπά τους, ότι ζούμε στην ίδια πόλη, με προεστούς και κοτζαμπάσηδες εκείνους που καρτερικά στενάζει να δει η κρεμάλα.

Ήσουν μαζί μου εκείνο το βράδυ, στο ίδιο το λεωφορείο 500, περασμένα μεσάνυχτα, μία η ώρα περασμένη, από Πετράλωνα προς τα δικά μου τα λημέρια; Έβλεπες κι εσύ εκείνον τον ψηλόλιγνο γέρο-τρελό να λέει άκακες ασυναρτησίες, τους νεαρούς αλήτες να τον κακοποιούν, να τον χτυπούν, να τον ματώνουν και να γελούν σαν παιδιά με το ευφάνταστο παιχνίδι τους; Ένοιωσες όπως εγώ κάτι μαύρο να αναβλύζει μέσα σου, το φάντασμα ενός γδικιωμού που δεν ήρθε, που δεν έρχεται ποτέ; Θέλησες να καταλάβει το σώμα σου ή να πεταχτεί μέσα από το κεφάλι σου κάποιος από τη φαντασία σου πλασμένος, που θα έστριβε τα χέρια και τα δάχτυλά τους μέχρι ο ήχος του κόκαλου που σπάει να καλύψει τα ουρλιαχτά – κάποιος που θα τους έκανε θρύψαλα τα γόνατα, όχι να κλωτσούν, μα με δυσκολία πια να περπατούν;

Έμεινες στη θέση σου; Έμεινες μόνο να κοιτάς με χίλια «μπορεί», με τη λογική και το φόβο του ζώου να σε κρατούν σιδηροδέσμιο στο κάθισμα που λέγεται Δειλία;

Δεν προδικάζω τίποτα. Να ξέρεις πάντως, εγώ έμεινα – κι όσο ευχάριστη έκπληξη ήταν η ετοιμότητα του νεαρού οδηγού που ξαφνικά δεν έκανε στάσεις, μέχρι που τους παρέδωσε στα ξένια χέρια των τροχήλατων μαυροφορεμένων, κάπου στην Αχαρνών, άλλο τόσο δυσάρεστη και εξηγήσιμη είναι η ανάμνηση ενός λεωφορείου γεμάτου ανθρώπους, με διάχυτη τη μυρωδιά του φόβου από την εύκολη, αδέξια βία τριών υπανθρώπων, τη στιγμή που οι υπόλοιποι επιβάτες φτάναμε και περισσεύαμε για να τους πατήσουμε χάμω σαν σκουλήκια.

Αν ήσουν κι εσύ εκεί, διαβάτη μου, μην νοιώθεις άσχημα – γιατί ίσως κι εσύ να αναγνωρίζεις τη βία που αναδεύεται μέσα σου, νωχελικά αλυσοδεμένη κάτω από τα εύθραυστα φτιασίδια του πολιτισμού, που προσποιούμαστε ότι μας έβγαλαν από τις σπηλιές. Ίσως κι εσύ να βρέθηκες κυνηγημένος στα Εξάρχεια, από μια φυλή που θυμάται τη γενεσιουργό βία των μακρινών προγόνων μας, δίχως να μπορεί να κατανοήσει την αληθινή της χρησιμότητα – κι η ανάμνηση μιας μάχης που δεν είχες ελπίδα να κερδίσεις, απέναντι σε εκείνους που δεν ήταν καν εχθροί σου, να κάνει τα μέλη σου βαριά. Ίσως αυτή η πόλη να μην είναι ο δικός σου κόσμος και ίσως μια μέρα να δεις τις λεπτές ραφές που τη συγκρατούν – και τότε θ’ ανοίξουν, χύνοντας παντού άπλετη σκόνη και θα δεις ότι όλα δεν είναι τίποτε περισσότερο από σχήματα στην άμμο.

Πες μου, μήπως κι εσύ βλέπεις την πόλη με τα δικά μου μάτια, όπως ο γέρος τη γριά του σ’ εκείνο το παλιό παραμύθι από την Κίμωλο; Σου έτυχε ποτέ να περπατάς από το σταθμό του Μεταξουργείου στην Αχιλλέως κι η πράσινη πορτούλα στο 48 να είναι μισάνοιχτη, τα κόκκινα φωτάκια αναμμένα; Έριξες μια κλεφτή ματιά; Θυμάσαι τι είδες ή νόμισες πως είδες, ή είναι η ανάμνησή σου ένα αυθόρμητο χαμόγελο, όταν διάβασες στην τελευταία κάθετο το όνομα του Αντιλόχου, γιατί ήξερες πως όπου ο γοργόφτερος Αχιλλέας, από κοντά κι ο άψεγος Αντίλοχος, είτε μπροστά στης Τροίας τα τείχη, είτε στον άχαρο τον Άδη; Γέλασες όταν βρήκες μια παραμυθού να μένει στη Μενελάου κι άλλη μια στη Διοχάρους, αρχινώντας ύστερα να ψάχνεις αν κάθε αφηγητής μένει σε δρόμο που ‘ναι σημάδι για την τέχνη του; Μην κουράζεσαι, ξέρω πως δεν είναι έτσι, ακόμα κι εγώ, που κάποτε ήμουν καλύτερος άνθρωπος κι η αθώα τρέλα δεν δίσταζε να ζωγραφίζει θαύματα και έξω από το κοιμισμένο μου μυαλό, μπροστά στα ξύπνια μάτια μου.

Μα δεν πειράζει – άλλωστε, όλα όσα μας συμβαίνουν, μόλις περάσει η στιγμή τους, είναι απλά ιστορίες, τίποτα περισσότερο, μα και τίποτα λιγότερο. Ξέρεις, όλες οι ιστορίες είναι ψέματα και όλες λένε την αλήθεια – αυτό τώρα δα δεν είναι δικό μου, από αλλού το έκλεψα, μα κι εκείνη από αλλού το έχει κλέψει. Τέτοιοι κλέφτες να ήμασταν όλοι – κι εγώ κι εσύ κι η ανθρωπότητα ολάκερη, διαβάτη μου – γιατί ούτε μια ιστορία δεν μας ανήκει κι έτσι είναι όλες δικές μας.

Το παρόν δημοσιεύτηκε στο φύλλο #1016 (16 – 21-02-2013) της εφημερίδας  METROPOLIS (Free Press), στο παράρτημα “Διαβάζω” (σ. 28-29).

Α.Μ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: