Μια Πένα Γεμάτη Δάκρυα

Επισήμως, αυτός πρέπει να είναι ο πιο emo (και επί της ουσίας ελληνικότερον, “κλαψιάρικος”) τίτλος που έχω δώσει ποτέ σε κείμενό μου, online ή μη (τουλάχιστον από τότε που σταμάτησα να γράφω φρικτά ποιήματα σε ακόμα πιο φρικτές γκόμενες, εδώ και περίπου μία δεκαετία). Είναι μια συνειδητή υπερβολή, η οποία εξυπηρετεί, πρώτον, τον ειρμό των σκέψεών μου, δεύτερον, το να τραβήξει την προσοχή.

Κατά καιρούς, έχω γράψει το παρελθόν ότι “οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να γράψουν, διότι είναι πολύ απασχολημένοι με το να είναι ευτυχισμένοι”. Η φράση αυτή, παρότι εύγλωττη, ακόμα περισσότερο δε στα Αγγλικά (“Happy people can’t write – they’re too busy being happy”.), είναι φυσικά ανακριβής. Καταρχήν, η φράση υπονοεί το “καλά”, ότι οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να γράψουν καλά, διότι όπως αποδεικνύουν περίτρανα τα social media και οι τόνοι συγγραφικών σκουπιδιών που κυκλοφορούν εκεί έξω, τυπικά το να γράψεις δεν απαιτεί τίποτα περισσότερο από χαρτί και μολύβι (άντε, υπολογιστή έστω).

2014-01-19 - [Alastair Slkatch by Tillinghast]

Αυτό βέβαια, με τη σειρά του, είναι επίσης αναληθές σε έναν βαθμό, όπως μου υπέδειξε πριν από αρκετό καιρό ο Phil Brucato (ανάμεσα σε πολλά άλλα, μια πό τις κεντρικές δημιουργικές δυνάμεις του MAGE: THE ASCENSION). Χαρακτηριστικά μου έγραψε: “Εγώ όμως είμαι ευτυχισμένος και νομίζω θα συμφωνήσεις ότι μπορώ να γράψω”. Ειδικά στο δεύτερο θα συμφωνήσω. Αναφορικά με το πρώτο, δεν έχω φυσικά τρόπο να το επιβεβαιώσω, αλλά γενικά τείνω να πιστεύω πως ο Brucato είναι από αυτούς τους ανθρώπους που δεν έχουν λόγο να προφασιστούν κάτι το οποίο δεν ισχύει, ειδικά κάτι που αφορά καθαρά στην  ψυχολογία τους. Στην πραγματικότητα, το αναφέρω εδώ απλώς ως αντιπαράδειγμα στην “δήλωσή” μου, διότι προφανώς υπάρχουν εκεί έξω καλοί συγγραφείς που δεν είναι δυστυχισμένοι, καθώς φυσικά και αυτοί που θεωρούν τη δυστυχία (ή την επίφασή της) αυτοσκοπό στα γραπτά τους.

Ας το δοκιμάσω λοιπον αλλιώς – ανάμεσα στις ιδιαίτερες ψυχολογικές καταστάσεις, στις οποίες μπορεί να βρεθεί κανείς (άνευ χημικών ουσιών) όταν του χτυπά την πόρτα η έμπνευση, πιστεύω πως το έλειμμα ευτυχίας (που δεν ισοδυναμεί αναγκαστικά με δυστυχία) είναι ίσως η ισχυρότερη. Πέρα από το πώς και πότε γράφω εγώ, το βλέπω πολύ συχνά και στις ιστορίες που θεωρώ αξιόλογες, που αγγίζουν τους ανθρώπους σε βάθος χρόνου, μερικές μάλιστα που αγίζουν τους ανθρώπους από τα βάθη του χρόνου. Gilgamesh, Mahabharata, Ιλιάδα, Οδύσσεια, Saiyuki Monogatari, ο Κύκλος του Ulster (οι περιπέτειες και ο θάνατος του Cu Chulainn), η Edda (η δημιουργία και η καταστροφή του κόσμου και των θεών του, κατά τη νορβηγική παράδοση)  και όσα ακόμα έπη μπορεί να απαριθμήσει κανείς – όλα έχουν πάρα πολλά κοινά στοιχεία στο επίπεδο του ηρωισμού, των χαρακτήρων που ξεπερνούν το ανθρώπινο και περισσότερα “μορφολογικά, πραγματολογικά κλπ. κλπ.” στοιχεία από όσα μπορεί να απαριθμήσει κανείς μέσα σε λίγες αράδες.

2014-01-19 - Gilgamesh Cries for Enkidu [Ludmila Zeman, 1993]

Ωστόσο, αυτό που καμιά φορά ξεχνά κανείς, είναι το γεγονός ότι η θλίψη, τα δάκρυα με τα οποία είναι ποτισμένες αυτές οι ιστορίες, είναι ευθέως ανάλογα με το μέγεθος των χαρακτήρων τους. Αντλώντας από τα δικά μας, πόσο δυνατή είναι η σκηνή στο λαμπρό παλάτι του Μενέλαου, όπου ο τελευταίος Μέγας Βασιλέας των Αργείων, η Ωραία Ελένη και ο Τηλέμαχος κλαίνε γοερά για τον Οδυσσέα μέσα στην περίλαμπρη αίθουσα; Πώς έρχεται, στην ίδια σκηνή, δεύτερο καρφί ο θρήνος του Πεισίστρατου, γιου του Νέστορα, για τον αδελφό του, τον Αντίλοχο, που πέθανε στην Τροία δίχως να τον γνωρίσει – ο μόνος Αχαιός ήρωας που είχε το προσωνύμιο “άψεγος”; Δεν είναι απλά ένας ηρωικός αδελφός που δεν γνώρισε ποτέ, αλλά και μια σκιά κάτω από την οποία δεν θα μπορέσει ποτέ να βγει. Αλλού, πόσο οικεία είναι η μοναξιά του Οδυσσέα καθώς όλοι καλοπερνάνε στο παλάτι του Αντίνοου, Βασιλιά των Φαιάκων (το πιο κοντινό των Αρχαίων Ελλήνων σε Ξωτικά) και ο ίδιος πνίγεται από το κλάμα δίχως να τον βλέπει κανείς, διότι οι ηρωικές ιστορίες που αφηγείται ο Δημόδοκος αποτελούν θύμηση όλων των νεκρών του συντρόφων και των δικών του βασάνων;

2014-01-19 - King Conan - Hour of the DragonΣας διαβεβαιώ ότι ανάλογης δύναμης θρηνητικές σκηνές βρίσκονται σε όλες τις σπουδαίες ιστορίες του κόσμου, στις ιστορίες που έβαλαν τα θεμέλια για όλες, μα όλες τις ιστορίες, όχι μόνο που λέμε, αλλά που είναι δυνατόν να πούμε. Μπορεί να είναι ιστορίες γεμάτες θεούς και ανθρώπους κοντά στους θεούς, αλλά η θλίψη τους δεν είναι απλά ανθρώπινη – είναι τελείως, μα τελείως προσωπική, σαν να ήτανε δική μας. Αυτά ήταν πράγματα που τα καταλάβαιναν άνθρωποι όπως ο Robert E. Howard και δεν έκανε καμία προσπάθεια να το κρύψει, όταν έγραφε στην εισαγωγή του PHOENIX ON THE SWORD (1932):

“Hither came Conan the Cimmerian, black-haired, sullen-eyed, sword in hand, a thief, a reaver, a slayer, with gigantic melancholies and gigantic mirth, to tread the jeweled thrones of the Earth under his sandalled feet”.

“Με γιγάντια μελαγχολία και γιγάντια ευδιαθεσία”. Ο Conan του Howard, συχνά μνημονευόμενος με το τρίπτυχο “σφαγή, γυναίκες, πλιάτσικο” δεν θα ήταν τόσο αξιομνημόνευτος αν δεν υπέφερε από τη γιγάντια μελαγχολία που τον έκαναν να ξεχνά τα – συχνά όχι ηρωικά – του κατορθώματα. Ανά τα χρόνια ο Conan θρήνησε σχεδόν όλους τους συντρόφους του και αμφότερες τις  γυναίκες που αγάπησε πραγματικά.

Στην πιο σύγχρονη εποχή, ο George R.R. Martin έχει αναγάγει σε τέχνη τον θρήνο της απώλειας – είτε θρηνούν οι χαρακτήρες, είτε οι αναγνώστες.

Κάπως έτσι επιστρέφω εκεί απ’ όπου ξεκίνησα, στη σχέση που έχει η έλλειψη ευτυχίας με το γράψιμο. Έχω διαπιστώσει ότι, προσωπικά, κατά κανόνα δεν μπορώ να γράψω τίποτα (που να θεωρώ αξιόλογο τουλάχιστον) όταν είμαι χαρούμενος. Το μυαλό μου είναι σκόρπιο, τα συστατικά που χρησιμοποιώ ανούσια κι εφήμερα – και εκτός αν έχω κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να παραδώσω, δεν πολυσκοτίζομαι και απλά το αφήνω με τη χιλιοφθαρμένη ρήση: “άστο μωρέ – όταν είναι να έρθει, θα έρθει”. Αναμενόμενα, όπως η νύχτα ακολουθεί τη μέρα, έρχεται – και δεν έχει τίποτα το ελαφρύ.

Η μόνη εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα ήταν τα δύο χρόνια που πέρασα με τις συμμαθήτριές μου στη Σχολή Αφήγησης, αλλά αυτό, όπως ενδεχομένως να γνωρίζετε, είναι μια τελέιως διαφορετική ιστορία.

2014-01-19 - Books of Magic - DeathΟι ιστορίες μου δεν έχουν ευτυχισμένο τέλος, διότι δεν πιστέυω στο ευτυχισμένο τέλος. Ευτυχισμένη στιγμή; Ευτυχής συγκυρία; Έξαρση ευτυχίας; Εντάξει – γιατί όχι; Αλλά ευτυχισμένο τέλος; Είναι, κατά τη γνώμη μου, μια λανθασμένη αντίληψη – το τέλος (διότι στα παραμύθια δεν είναι απλά ένα τέλος, αλλά ΤΟ τέλος) δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευτυχισμένο ή όχι. Στο τέλος οδηγούμαστε μέσα από μια σειρά αιτίων και αποτελεσμάτων, δυνατών επιλογών και αποφάσεων – σπάνια όμως το ίδιο το τέλος είναι η ευτυχία ή η δυστυχία. Μπορεί να είναι μια ελπίδα, μια υπόσχεση, μια τιμωρία, συνηθέστερα ο θάνατος. Τελικά το ερώτημα είναι αν στο δρόμο ξεπληρώθηκαν όλα τα χρέη, αν διατηρήθηκε η ισορροπία και εάν,  ο τρόπος με τον οποίο έγιναν όλα αυτά, μας ικανοποιεί, ασχέτως αν νοιώθουμε χαρά η θλίψη στο άκουσμά τους. Γι’ αυτό μου αρέσουν ιστορίες όπως “Ο Ευγνώμονας Νεκρός” και “Τα Γυάλινα Βουνά και οι Κοκαλένιοι Κάμποι”.

Το πρόβλημα με τους ανθρώπους, σε αντίθεση με τις ιστορίες, είναι ότι πάσχουν από έλειμμα ισορροπίας. Είναι ένα πράγμα να είναι κανείς θλιμμένος ή να υποφέρει από μελαγχολία και ένα τελείως διαφορετικό πράγμα να τον έχει καταβάλει η κατάθλιψη. Όταν λέω “κατάθλιψη”, δεν μιλάω φυσικά για αυτές τις ανθρώπινες καρικατούρες που τη λανσάρουν ως μέρος της εκάτοτε “μόδας”, αλλά για εκείνο το αλλόκοτο πλάσμα που φαίνεται να κυριεύει το στρώμα, το μαξιλάρι, τα σεντόνια και το πάπλωμα – από αντικείμενα ηρεμίας και ξεκούρασης, τα μετατρέπει σε ένα γιγάντιο στόμα δίχως δόντια, που πιέζει το κορμί με τον ουρανίσκο και τα ούλα, συνθλίβοντας αργά και ακατάπαυστα τα οστά εκείνου που βρίσκεται μέσα του. Όσο οι ώρες του ύπνου αυξάνονται, το ίδιο κάνει και η κόπωση, αρχικά ψυχολογική, αργότερα σωματική, με το σαρκίο του κατεθλιμμένου να πονά σαν να τον έχουν χτυπήσει.

2014-01-19 - Hanging Tree

Θλίψη, κατάθλιψη, σύνθλιψη. Δεν είναι σύμπτωση και τότε εύχεσαι να είχες μια πένα γεμάτη δάκρυα, μήπως και μπορέσεις να τρυπήσεις το κενό ανάμεσα στα πλευρά σου για να αναπνεύσεις.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Γιατί πιέζουν το κρανίο μου από μέσα, για όποιον ή όποια βλέπουν τον εαυτό τους στις ίδιες αυτές γραμμές, για όσους έχουν γύρω τους και τους βλέπουν, παρόλο που οι ίδιοι νοιώθουν αόρατοι, όπως ο Conor στο A MONSTER CALLS. Εδώ που τα λέμε, αφορμή για το παρόν κείμενο υπήρξε εκείνο το βιβλίο, αλλά τελικά δεν χωράει κι αυτό εδώ. Δεν πειράζει – την επόμενη φορά.

Ungulae noctem,

Α.Μ.

2 Comments

  1. Maria Papanikolaou said,

    January 19, 2014 at 08:05

    Σ’ευχαριστώ… εξαιρετικό!!!

  2. manyamaratou said,

    January 19, 2014 at 08:55

    http://www.youtube.com/watch?v=IUEkDc_LfKQ γύρω στο δεύτερο λεπτό γίνεται καλό. Πάντως, αν χρειαζόταν να διαλέξω, χίλιες φορές γελαστή κι ας μην “δημιουργούσα” τίποτε παρά δημιουργική και πνιγμένη στο κλάμα. Αλλά πιστεύω βαθιά ότι το δίλημμα είναι ψευδές και κατασκευασμένο.


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: