31η Οκτωβρίου 2012 – Εδώ κι Εκεί (Διήγημα)

Άσε με να σου πω κάτι για τις πλατείες: οι πλατείες δεν είναι απλώς αυτά τα μικρά ή μεγάλα πράγματα που χρησιμεύουν για να αράζουν οι σκύλοι που είναι σαν αρνιά, παχύσαρκοι από το πλαστικό φαΐ των φαστφουντάδικων του κέντρου, ή ξερακιανοί και πειναλέοι στις γειτονιές που ακόμα δεν τους έχουν ταράξει στη φόλα και τη σκοποβολή με αυτοκίνητο. Σε καμία περίπτωση δεν φτιάχτηκαν για να γεμίζουν με τραπεζάκια “επιτηδευματιών”, βωμούς στον γκουρμεδιάρικο καφέ με τα παράξενα ονόματα και τις φιοριτούρες, που ούτε σχέση εξ’ αγχιστείας δεν έχουν με την καφεΐνη. Και σίγουρα, δεν είχαν σαν στόχο να φιλοξενούν – Ω, μην με κοιτάς έτσι: έχεις πάει στο Μοναστηράκι, στην Ομόνοια, στο Σύνταγμα, στα Εξάρχεια, ξέρεις τι εννοώ. Γουρλώνεις τα μάτια σου… Νοιώθω τη χρηστομάθεια να έρχεται και φευγαλέα αναρωτιέμαι τι είδους θα είναι – αριστερίστικη, άναρχο-αυτόνομη, αγανακτισμένη, θεολογική (“ελεύθερη βούληση και επιλογή”) ή το χειρότερο, ανθρωπιστική (“όλοι άνθρωποι είμαστε”);

Μετά συνειδητοποιώ ότι δεν με ενδιαφέρει, γιατί δεν θα σε αφήσω να μου αλλάξεις θέμα. Εγώ θέλω να σου πω για τις πλατείες. Βλέπεις, εμείς δεν ξέρουμε από πλατείες, γι’ αυτό όταν χτίζουμε καινούργιες ή επεμβαίνουμε στις παλιές τα κάνουμε σκ- ουπς, άρχισα τα Γαλλικά πάλι. Οι παλιοί κάτι ήξεραν από πλατείες. Οι αρχαίοι; Μανούλες. Ήξεραν τι έκαναν, πού τις έχτιζαν και πώς – γιατί βλέπεις, οι πλατείες είναι κόμβοι, είναι σταυροδρόμια, όπου συναντιούνται οι άνθρωποι, ναι, αλλά όχι μόνο. Στις πλατείες, τις σωστές πλατείες, ο χρόνος διπλώνει και δαγκώνει την ουρά του, το “εδώ” συναντά το “εκεί”. Τι εννοώ; Φοβάμαι ότι αυτό θα κάνεις τον κόπο να το αποφασίσεις εσύ, αφού σου διηγηθώ όσα είδα και όσα άκουσα.

Ένα βράδυ – πρέπει να ‘τανε φθινόπωρο – ξύπνησα από ένα παράξενο όνειρο. Ήταν, λέει, η ιστορία του πώς οι άνθρωποι απέκτησαν τη θεϊκή γνώση – όχι τρομερά πρωτότυπο, το ξέρω – και με τη γνώση αυτή έχτισαν την Πρώτη Πόλη ή την Πόλη γενικότερα, ένα κατάλευκο πλάσμα που έμοιαζε με τεράστια γυναίκα και εξόρισαν από αυτήν τον μοναδικό ανάμεσά τους που γνώριζε το κρυφό, Αληθινό της Όνομα. Εκείνος λοιπόν, ο Φαμπούλ-Σα, πήγε να μείνει μαζί με τα θεριά και τα κρυμμένα πλάσματα του Κόσμου, έμαθε τη λαλιά και τις ιστορίες τους και έγινε ο Πρώτος Παραμυθάς. Οι άνθρωποι τώρα, όπως το συνηθίζουν, άρχισαν να σκοτώνονται μεταξύ τους και ο Θάνατος είχε τόση δουλειά, που ξέχασε τελείως τον Φαμπούλ-Σα, ο οποίος κατέληξε να έχει μια αφύσικα μεγάλη ζωή.

Κάποτε, όταν οι άνθρωποι είχαν κουραστεί πια να σκοτώνονται και είχαν παραμελήσει την Πόλη σε βαθμό να γίνει αρρωστημένα γκρίζα και βρώμικη, ο Φαμπούλ-Σα επιθύμησε να επιστρέψει κοντά τους και να μοιραστεί τις ιστορίες που είχε μάθει. Πήγε λοιπόν και στάθηκε πάνω από το μέρος που βρισκόταν η καρδιά της Πόλης και τους περίμενε να έρθουν, μα εκείνοι τον φοβόντουσαν, διότι στα αμέτρητα χρόνια από την εξορία του, είχε αποκτήσει μια τρομώδη, θρυλική υπόσταση. Όπως συμβαίνει συνήθως, τελικά τον πλησίασαν τα παιδιά και οι ιστορίες του μάγεψαν τα μάτια, τ’ αυτιά και τις καρδιές τους. Τότε ο φόβος των ενηλίκων έγινε μίσος – όρμηξαν και τον ξυλοκόπησαν και τότε ο Θάνατος τον θυμήθηκε. Έδωσαν τα χέρια σαν παλιοί φίλοι και ο Φαμπούλ-Σα πέθανε.

Η Πόλη εξοργίστηκε και τους είπε ότι δεν θα έβρισκαν πια παρηγοριά κοντά της, παρά μόνο αν μαζεύονταν κάθε αυγή και κάθε δύση στο μέρος πάνω από την καρδιά της – όταν θα έβαφε τα μαλλιά της κόκκινα για τους θυμίζει το έγκλημά τους – και αφηγούνταν τις ιστορίες του Φαμπούλ-Σα. Τότε το κορίτσι που τον είχε κλάψει περισσότερο, σηκώθηκε και άρχισε να αφηγείται την μόνη ιστορία που δεν είχε πει ο Πρώτος Παραμυθάς – τη δική του.

Ξύπνησα με μια γλυκιά μελαγχολία και η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι το υποσυνείδητό μου είχε συνθέσει αυτό το όνειρο από κάτι που είχα δει ή είχα ακούσει. Η μάλλον πεζή – δεδομένων των περιστάσεων – αναζήτησή μου στο internet, εμφάνισε διάφορα πολυχρησιμοποιημένα και αναμασημένα της εβραιοχριστιανικής μυθολογίας, αλλά ούτε Φαμπούλ-Σα, ούτε παραμύθια με ζωντανές πόλεις. Κοίταξα το ρολόι του υπολογιστή: λίγο μετά τα μεσάνυχτα.

Ένοιωσα την ανάγκη να κάνω μια βόλτα και αποφάσισα να πεταχτώ με τα πόδια μέχρι το πάρκο της Πλατείας Δροσοπούλου, στη Φιλοθέη. Η πλατεία μοιάζει περισσότερο με μεγάλο κήπο, είναι γεμάτη ευκαλύπτους και πικροδάφνες και τα τρία σημεία που ορίζουν τον κύκλο της έχουν ένα θερινό σινεμά, μια παιδική χαρά κι ένα σιντριβάνι, φυτεμένο λες σε ένα καταπράσινο χαλί – τουλάχιστον εκείνη την εποχή, που οι βροχές κάνουν ακατάλληλα τα παγκάκια για τους χαριεντισμούς των προσωρινά ερωτευμένων. Το πάρκο κόβεται στα δύο από ένα ρέμα, με τα νερά του ευτυχώς φουσκωμένα, ώστε να παρασύρεται η πηχτή πράσινη μούργα που το καλύπτει το καλοκαίρι. Οι δύο πλευρές ενώνονται με ένα ξύλινο γεφυράκι. Τα βατράχια και οι φρύνοι κόαζαν.

Καθώς πλησίασα το γεφυράκι, είδα κάποιον να στέκεται εκεί, με σκυμμένο κεφάλι, κρατώντας κάτι στα χέρια του και μουρμουρίζοντας. Μου φάνηκε γνώριμος – πλησίασα. Ήταν χλωμός, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και ένα ύφος αξιοθρήνητο. Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα χαρτάκι, στο άλλο μια κιμωλία. Πάγωσα – η σκηνή αυτή κάτι μου θύμιζε. Κοίταξα στη ζώνη του και εκεί είδα κρεμασμένο ένα παλιό ξύλινο σφυρί, απ’ αυτά που τα λέγε η γιαγιά μου “κόπανους”. Τότε τον θυμήθηκα: ήταν ένας πιτσιρικάς είκοσι, είκοσι-κάτι χρονών, που είχε ερωτευτεί παράφορα μια ομορφούλα, άκαρδη και ψεύτρα. Αυτός είχε τρελαθεί μαζί της – κυριολεκτικά, τον είχα δει πολλές φορές να τρέχει μες στη νύχτα σαν κυνηγημένος, να κάθεται και να μιλάει στους ευκαλύπτους και να μουρμουράει μόνος του κάτι ακατάληπτα – και εκείνη τον έσερνε με απόλαυση από τη μύτη. Συνηθισμένη περίπτωση: τον ήθελε στην αυλή της, μα όχι στο κρεβάτι της.

Μα είχαν περάσει επτά-οκτώ χρόνια από τότε – τι έκανε πάλι εκεί; Σκέφτηκα να του μιλήσω, αν και πρέπει να ομολογήσω ότι βασικό μου κίνητρο ήταν η περιέργεια. Έφτασα ακριβώς δίπλα του. Εκείνος άφησε να πάρει ο αέρας το χαρτάκι και γύρισε να με κοιτάξει: ήταν ίδιος και απαράλλαχτος, σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα από την πρώτη φορά που τον είδα. Άρχισα να του λέω κάτι, μα εκείνος απλά χαμογέλασε θλιμμένα και άρχισε να ξεθωριάζει μπροστά στα μάτια μου! Κοίταξα το μέρος όπου στεκόταν – νόμιζα ότι στεκόταν; – και είδα δυο ομόκεντρους κύκλους με κιμωλία, γεμάτους παράξενα σύμβολα, να ξεθωριάζουν όπως κι εκείνος. Γονάτισα μηχανικά και στη στενή σχισμή ανάμεσα στα σανίδια και το σκελετό της γέφυρας, βρήκα μια ταλαιπωρημένη κιμωλία.

Σκέφτηκα ότι πρέπει να με είχε πειράξει ο καθαρός αέρας – η απότομη εισροή οξυγόνου στον εγκέφαλό μου, σε συνδυασμό με το παράξενο όνειρο, έκαναν τον οπτικό μου φλοιό να βλέπει τρέλες. Χρειαζόμουν επειγόντως μια γερή τζούρα από τη μόλυνση του κέντρου. Η παλιά μου βόλτα – Εξάρχεια-Ομόνοια-Μοναστηράκι-Σύνταγμα – με μια στάση σ’ εκείνη την ιρλανδική παμπ στη Θησέως, θα ήταν ό,τι έπρεπε. Η ώρα κόντευε μία μετά τα μεσάνυχτα.

Βγήκα με τα πόδια στην Κηφισίας και μπήκα στο πρώτο ταξί που βρήκα. Γύρω στη μιάμιση, αποβιβαζόμουν στην Πλατεία Εξαρχείων. Ξεφράγκιασμα. Τα μαγαζιά γεμάτα κόσμο – για ποτό, μεταμεσονύχτια επικλινή κρέπα ή αρμένικο σουβλάκι. Οι κούνιες της πλατείας φιλοξενούσαν εφήβους με παρδαλά ή περίτεχνα μπλεγμένα μαλλιά (ή και τα δύο), παρέες στριμώχνονταν στα παγκάκια και άνθρωποι από την εξωτική Αφρική προσπαθούσαν να πουλήσουν κάτι που το γρήγορο internet κατέστησε κοινοτοπία: αντιγραμμένες ταινίες και CD. Ανάμεσα στο σχετικά υγιές πλήθος, βλέπεις και απομεινάρια των παλιών θαμώνων, αυτών που στοιχειώνουν με κενά μάτια την πόλη τις ώρες του λυκόφωτος.

Στρίβοντας στη Σολωμού, στο καφέ-μπαρ απέναντι από το κατάστημα comics, είδα ένα σμάρι ανθρώπων με παράξενες, ευφάνταστες, ή ευφάνταστα κακότεχνες φορεσιές, να φωτογραφίζονται, να μιλάνε με ενθουσιασμό, να στριγκλίζουν. Για μια στιγμή φοβήθηκα ότι είχα χάσει τελείως τα λογικά μου, μέχρι που στα αυτιά μου έφτασε η μουσική και ησύχασα: ήταν ένα από αυτά τα γιαπωνέζικα πάρτι.

Μετά από μια σειρά ζιγκ-ζαγκ, βρέθηκα στην Πατησίων και την ακολούθησα μέχρι την Ομόνοια. Δεν θα χασομερούσα εκεί: μπορεί τα Εξάρχεια πλέον να έχουν ένα πιο ευαγές πρόσωπο, ελέω μιας φρικτής θυσίας, αλλά η κοπέλα που αγόραζε ναρκωτικά στη Δώρου ήταν απόδειξη ότι η καρδιά της πόλης εξακολουθούσε να είναι άρρωστη. Άθελά μου έφερα πάλι στο νου το όνειρο και για μια στιγμή, μου φάνηκε σαν η κοπέλα να ξεθώριασε, όπως ο νεαρός στη Δροσοπούλου.

Ανηφορίζοντας την Αθηνάς, πέρασα από την Πλατεία Κοτζιά και για κάποιον ανεξήγητο λόγο, το ένστικτο αυτοσυντήρησης έκανε τα στραβά μάτια και με άφησε να περάσω πίσω από το παλιό δημαρχείο. Από την Ικτίνου έφταναν στα αυτιά μου φωνές που θύμιζαν φυλετική σύναξη, φωνές γυναικείες – ακατανόητες συνομιλίες, αλαλαγμοί και τσιρίδες. Μια νεαρή μαύρη πόρνη έτρεξε προς το μέρος μου, λύνοντας ταυτόχρονα το φωσφοριζέ της μπουστάκι – τα στητά της στήθη, σαν από σκούρο μαόνι, απελευθερώθηκαν από την υποψία υφάσματος και με κοίταξε ναζιάρικα. Δεν μπορούσε να είναι πάνω από 16-17 χρονών. Ο νταβατζής της με κοίταξε ανυπόμονα. Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου, χαμογελώντας της απολογητικά. Έστριψε να φύγει, ρίχνοντάς μου μια τελευταία ματιά και για μια στιγμή το μυαλό μου την είδε τελείως διαφορετική – γυμνή, βαμμένη με τα χρώματα της φυλής της, φορώντας χειροποίητα κοσμήματά από οστά και κοχύλια, με τον αφρικανικό ήλιο να λάμπει στους βολβούς των ματιών της. Έτριψα τη μούρη μου και προχώρησα προς το Μοναστηράκι.

Αφού τόνωσα αρκούντως την ιρλανδική και βελγική ζυθοποιία – πρέπει να’ ταν πια τρεις-τρεισήμισι το πρωί – και μην έχοντας βρει εξηγήσεις στον πάτο των ποτηριών για αυτά που έβλεπα, αποφάσισα να ανέβω την Ερμού προς το Σύνταγμα, για να χαρατσωθώ το ταξίδι της επιστροφής. Φτάνοντας στα φαστφουντάδικα, είχα καθαρή θέα στην πλατεία και τον Συνοικισμό των Αγανακτισμένων. Φαινόταν να επικρατεί μια σχετική ηρεμία, προφανώς η ανάπαυλα πριν την επόμενη μέρα της μάχης – με την καθημερινότητα.

Μήνες τώρα βρίσκονταν εκεί και από προσωρινό κίνημα λαϊκής αντίδρασης είχαν γίνει κάτι άλλο. Είχα να πάω εκεί από την άνοιξη του 2011. Πέρασα απέναντι. Ανάμεσα στα σύντριμμα της πλατείας και τα αντίσκηνα, υπήρχαν αναμμένες αυτοσχέδιες φωτιές, γύρω από τις οποίες έπιναν καφέ, τσάι, ή αλκοόλ για να διώξουν την υγρασία – και συζητούσαν. Πλησίασα τη φωτιά όπου ήταν μαζεμένοι οι περισσότεροι, γύρω από έναν αναμαλλιασμένο άνδρα με φουντωτό, κοκκινωπό μούσι. Με μια ματιά αναγνωρίσαμε ο ένας τον άλλο και έμεινα να τον κοιτώ αποσβολωμένος.

“Κάντε τώρα ησυχία”, είπε “γιατί αυτή είναι η ιστορία του Φαμπούλ-Σα, του Πρώτου Παραμυθά”.

Κάθισα κι εγώ ν’ ακούσω. Ο χρόνος δάγκωσε την ουρά του και δεν ήξερα ποιος απ’ τους δυο μας ήταν “εδώ” και ποιος “εκεί”.

Το παρόν δημοσιεύτηκε στο τεύχος #10 (Αύγουστος 2011) της συλλογής ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, της METROPOLIS (Free Press). Στο εν λόγω τεύχος συμμετέχουν επίσης οι: Βασίλης Δανέλλης, Κωστής Παττακός, Δάφνη Σερπάνου, Σπύρος Παπαδόπουλος, Δώρα Κοροβέση, Βίβιαν Στεργίου, Στέργια Κάββαλου και Τατιάνα Κίρχοφ.

Α.Μ.

Στη Σκιά του Ράιχ(;)

Δεν είμαι σίγουρος πώς να αρχίσω αυτό το κείμενο, πώς να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη… Δεν θα προσποιηθώ ότι έχω πλήρη εικόνα του τι συνέβη χθες στο Σύνταγμα – δεν ήμουν εκεί – αλλά πρέπει να πω ότι ο βιντεοσκοπικός πλούτος του internet , καθώς και η παρακολούθηση της επικαιρότητας με βοήθησαν να σχηματίσω μια πραγματικά ζοφερή εικόνα. Δεν χρειάζεται να τα ακούσετε από εμένα, ειδικά όσοι ήσαστε εκεί: αστυνομική βία, συγκαλυμμένη αστυνομική βία και προβοκάτσια, προκειμένου να κριθεί βίαιη η μεγαλύτερη φιλειρηνική διαδήλωση, πιθανώς στα ελληνικά χρονικά και έπειτα οι ποικίλες δυνάμεις καταστολής να απαντήσουν με ακόμα μεγαλύτερη βία.

Μεγαλύτερη εντύπωση μου κάνουν (αν και μάλλον δεν θα ‘πρεπε) οι δηλώσεις του Χρήστου Παπουτσή, αναφορικά με τα επεισόδια, δηλώσεις ενός ανθρώπου κατάπτυστου, ο οποίος αναίσχυντα διατυμπανίζει ότι είναι “από τη γενιά του Πολυτεχνείου” και ταυτόχρονα αρνείται κάθε ανάμειξη της ΕΛ.ΑΣ. σε προβοκάτσιες, κάθε πολιτική ευθύνη για ό,τι πιθανώς να έχει κάνει η αστυνομία (γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα βρεθούν περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία από το νέφος ψεύδους με το οποίο μας φλομώνει), ένας άνθρωπος που φέρει τον τίτλο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη. Ε, λοιπόν, σας έχω ένα μάθημα ιστορίας κύριε Υπουργέ: τα πρώτα Στρατόπεδα Συγκεντρώσεως που έστησε το SA (SturmAbteilung, γνωστό και ως σώμα των Storm Troopers) στο Βερολίνο (και αργότερα σε κοντινές τοποθεσίες, όπως το Oranienburg), ήταν το μέρος όπου μεταφέρονταν όσοι εξαναγκάζονταν να υπογράψουν τη φόρμα D-11, “Order for Protective Custody”, ήτοι “Εντολή Προστατευτικής Επιτήρησης”. Δεν θέλουμε άλλη προστασία από εσάς κ. Παπουτσή – η γερμανική οικονομική Κατοχή μας αρκεί.

Όσο αφορά το επαναστατικό παρελθόν σας, ας σημειώσω ότι και η άνοδος των Nazi στην εξουσία επίσης χαρακτηρίστηκε αρχικά ως “επανάσταση” και μάλιστα σχεδόν από το σύνολο του Δυτικού Κόσμου. Σταματήστε λοιπόν να καπηλεύεστε ένα πιθανώς αξιοπρεπές παρελθόν, για να δικαιολογείτε την αναίσχυντη στάση σας στο παρόν. Διότι όταν κανείς προστατεύει φασίστες, δεν θέλει άλμα φαντασίας για να σκεφτεί κανείς τι πεποιθήσεων είναι.

Κατά τα άλλα, όλα οφείλονται σε αυτούς που κάνουν “αντάρτικο πόλεων” και χρησιμοποιούν “καπνογόνα γηπέδου” κατά των ηρωικών και έντιμων ΜΑΤ. Για το αντάρτικο πόλεων δεν θα διαφωνήσω αλλά, αλήθεια, ποιος το οργανώνει; Ίσως θα έπρεπε οι διάφοροι που λοιδωρούν τους Αγανακτισμένους να προσέχουν τι προκλήσεις εξαπολύουν, διότι αν αποφασίσουν να κάνουν κι αυτοί ανταρτοπόλεμο, όπως κάνουν βρώμικα αυτά τα πρακρατικά υποκείμενα, τότε τα ΜΑΤ δεν θα χρειαστούν σιδερένια κάγκελα, αλλά τάφρο.  Ο μόνος λόγος που βρέθηκαν οι απλοί πολίτες χτυπημένοι, πνιγμένοι και καταματωμένοι, είναι ότι ήθελαν να διατηρήσουν (εδώ, κατά την άποψή μου λανθασμένα – ως γνωστόν αυτό δεν βοήθησε ιδιαίτερα τους ακολούθους του Ghandi) την ειρηνική τους στάση μέχρι τέλους.

Θυμάστε που είχα πει κάτι για λυντσάρισμα; Ε, τελικά ίσως να δούμε κάτι σαν… αυτό:

Η ομοιότητα με πρόσωπα (αν και δυστυχώς όχι με καταστάσεις) είναι αλλόκοτη.

Α.Μ.

Αξιόπεσε Η Αξιόπουστα

Όχι, δεν ξύπνησα και είπα “Κυριακή γιορτή και σχόλη και gay bashing όλοι”, ούτε δυστυχώς είναι κάποιο έξυπνο, πλην obscure, λογοπαίγνιο. Αμφότερες οι παραπάνω λέξεις επιδεικνύουν την πασίγνωστη γλωσσική ανεπάρκεια του Τζωρτζ Πασόκ (που λέει και η Γκίζα) και κατά τα φαινόμενα, ειδικά όταν οι λέξεις έχουν ως συνθετικό τη λέξη “αξία”. Πριν από λίγο, ακούγοντας στο ραδιοφωνάκι της κουζίνας την ομιλία του Do-Over (“Εντάξει, παραιτούμαι. Τι; Το πιστέψατε; Πριτς-κοκό!”) στη Βουλή, τον άκουσα να πάει να πει “αξιόπιστα”, τα μάσησε και του βγήκε “αξιόπουστα” και αντί για “αξιοποίησε”, “αξιόπεσε”.

Θα μου πείτε: “καλά ρε, εδώ καιγόμαστε κι εσύ ασχολείσαι με τα σαρδάμ του;”. Δηλαδή αν γράψω κάτι άλλο θα πάψουμε να καιγόμαστε; Έχει βουΐξει ο τόπος: εμβόλιμοι κουκουλοφόροι αστυνομικοί για να κάνουν επεισόδια και να ανατρέψουν τον πολιτισμένο χαρακατήρα της διαδήλωσης των Αγανακτισμένων και να φέρουν στο νου μνήμες (πιθανώς από αντίστοιχες πρακτικές) του 2008, ανεξαρτητοποιήσεις και παραιτήσεις βουλευτών που, είτε διατηρούν κάποια ίχνη αξιοπρέπειας, είτε ήλπιζαν να ρίξουν την κυβέρνηση (εμένα και τα δύο μου κάνουν). Αποκορύφωμα η (αρχική) παραίτηση του Πρωθυπουργού, την οποία μετά ανακάλεσε, πράγμα που χαρακτηρίστηκε “ελιγμός”. Στην αυλή του σχολείου το λέγαμε “προσποίηση” και μεγαλώνοντας, “μούφα” γενικότερα.

Η ομιλία του μετά την… “ξε-παραίτηση”, ήταν τόσο κονσέρβα που περίμενα να δω λογότυπο του SPAM (και εντυπωσιακά, εδώ έχει και τη διττή σημασία του λεκτικού σπαμαρίσματος). Τελικά, ανασχηματισμός, γνωστός στο ποδόσφαιρο και ως “καθυστερήσεις” κι άλλη μια “κίνηση εξευμενισμού”: έβγαλε τον κάθυστερ από Υπουργό Οικονομικών και έβαλε κάποιον έξυπνο, πλην άσχετο με τα οικονομικά. *χειροκρότημα-κονσέρβα* Άκουσα και τις ομιλίες στα πλαίσια της Κοινοβουλευτικής Ομαδας, καθώς ο ένας παρέδιδε και ο άλλος ελάμβανε τα σχετικά υπουργεία. Χαιδεύανε τόσο παρατεταμένα και αγαπησιάρικα οι μεν τα αυτιά των δε (και τούμπαλιν), που νόμιζα ότι άκουγα transcript από softcore τσόντα.

Οπότε να ‘μαστε, δυο μέρες μετά την “παραλίγο παραίτηση”, ουσιαστικά τίποτε δεν έχει αλλάξει κι εγώ ακούω και κάνω συνειρμούς με τα “άξια σαρδάμ” ενός ανίκανου καρεκλοκένταυρου, ίσως του πιο χαρακτηριστικού του είδους, καθότι η καρέκλα είναι πράγματι μέρος του σώματός του – αν του την αφαιρέσουν, είναι σαν ακρωτηριασμός και μετά δεν έχει επιστροφή, διότι αν ο Έλληνας δεν είναι πια τελείως διεφθαρμένος ή κοσμικού επιπέδου ηλίθιος, δεν θα ξαναψηφίσει κανέναν που έχει έστω συγγένεια με το γένος Παπανδρέου. Βεβαίως, όπως είπε και ο Einstein, το μόνο που δεν έχει πέρας είναι η ανθρώπινη βλακεία, οπότε ποτέ δεν ξέρεις.

Το κακογυρισμένο σήριαλ που λέγεται Ελλάδα δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα και περιμένοντας το επόμενο, συγκλονιστικό επεισόδιο (την ίδια Ελλην-ώρα, με τους ίδιους Ελλην-άρες, για όποιους θυμούνται τον Adam West ως Batman), πάω να πάρω μερικά κασόνια καλαμποκόσπορους για να ψήσω ποπ-κορν. Πάντως πρέπει να ομολογήσω ότι αν κάτι μου θυμίζει έντονα η σημερινή μας κατάσταση, είναι το ΑΣΤΕΡΙΞ ΚΑΙ ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΑ.

A.M.

Y.Γ. Ρίξτε μια ματιά εδώ για να δείτε μια οπτική που έδωσαν κάτοικοι της Ελλάδας, Έλληνες και μη, στο BBC κι άλλη μια εδώ για το απόλυτο SPAM.

Αγανακτισμένοι στ-…

στο Σύνταγμα πρωτίστως, ενίοτε στο Στρουμφοχωριό, πότε-πότε στη Mordor και κατά περίπτωση σε πιο εξωτικές τοποθεσίες που ξεπηδούν ημερησίως στο Facebook. Καλωσήλθατε στην Ελλάδα, Mad-as-Bonkers Edition. Πού αρχίζει κανείς και πού τελειώνει με αυτή την ιστορία; Οι πολιτικοί μας; Σίγουρα, διεφθαρμένοι μέχρι το κόκκαλο, στην καλύτερη κλέφτες, στην χειρότερη προδότες. Όμως κι ο λαός – ναι, ο ίδιος που τώρα αγανακτά – φταίει και φταίει πολύ, διότι 30 χρόνια που είμαι ζωντανός οχυρώνεται πίσω από τη μία ή την άλλη φατρία και από ό,τι μου λένε, το ίδιο συνέβαινε και πριν γεννηθώ.

Κακώς λοιπόν αγανακτούν; Σαφώς και όχι. Δικαίως αγανακτούν και μακάρι αυτό να γιγαντωθεί και να φοβηθεί το μάτι των απατεώνων που μας κυβερνάνε και των άλλων απατεώνων, που προσποιούνται ότι εξανίστανται. Μια διαδήλωση μαζική, συνεχιζόμενη, ελέυθερη από κομματικά νήματα και κυρίως, πολιτισμένη – όχι φανφαρόνικη και σαματατζίδικη – μέχρι τώρα. Διότι αν έχει ένα αδιαμφισβήτητο μήνυμα το κίνημα των αγανακτισμένων (ναι, πλέον μπορεί κανείς να το πει κίνημα), είναι το εξής: “σας κοιτάμε με μάτια ορθάνοιχτα και μπορεί να μην καταλαβαίνουμε πολλά διότι δεν έχουμε γαλουχηθεί στον ‘πολιτικό στοίβο’, αλλά αν πάτε να μας τη φορέσετε, σας πήρε και σας σήκωσε”.

Έχετε ακουστά τον Νόμο του Lynch, αυτό που συχνά στον Λούκυ Λουκ αναφέρεται ως “λιντσάρισμα”, περιλαμβάνει μια θηλειά και τον εσαεί κιτρινιάρη νεκροθάφτη να παίρνει μέτρα;  Οι ασχολούμενοι με την ιστορία μπορεί να θυμηθούν τις κτηνωδίες των λευκών και ειδικά της Ku Klux Klan ενάντια στους μαύρους. Ωστόσο, η πρώτη εφαρμογή του νόμου που ορίζει την “δια του όχλου αυτοδικία”, ήταν κατά την Αμερικανική Επανάσταση, όταν o Charles Lynch, εν έτει 1780, ενήργησε αυτόνομα για συλλάβει και να επιβάλει ποινές σε μια ομάδα Φιλοβασιλικών (Loyalists). Το 1782, η Γενική Συνέλευση της Virginia επικύρωσε τις πράξεις του. Αντίστοιχα, στο παλιό Ελληνικό Σύνταγμα υπήρχε το περίφημο “Άρθρο 114” (Ένα-Ένα-Τέσσερα), στο οποίο λεγόταν ότι η “τήρηση του Συντάγματος επαφείεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων”, άρθρο το οποίο υπήρξε λάβαρο και σύνθημα της γενιάς του Πολυτεχνείου.

Δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι, με την εξαίρεση ενδεχομένως ενός μικρού κλάσματος, οι άνθρωποι στο Σύνταγμα έχουν υπόψη τους, πόσο μάλλον στο μυαλό τους, όλα αυτά, αλλά συνειρμικά κάνει κανείς της συσχέτιση.

Αν και ο μόνος “προπυλακισμός” των βουλευτών (μεχρι τώρα) έγινε συγκριτικά πολιτισμένα, δεν είναι σίγουρο ότι θα γίνει το ίδιο μόλις ανακοινωθούν τα νέα μέτρα – αυτά που τελικά θα έχουν ψηφιστεί, όχι αυτά που εξαγγέλονται κάθε λίγο και λιγάκι. Από την άλλη, μέσα σε αυτό το κλίμα επαναστατικής ευφορίας, είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς ότι κι ο Έλληνας τον πήρε ψηλά τον αμανέ με δανεικά τόσα χρόνια. Μέσα σε 15 χρόνια έπρεπε ξαφνικά όλοι να έχουν τζιπ, να φοράνε μάρκες και να πίνουν καφέδες που, προφανώς, έχουν μέσα ρινίσματα χρυσού. Πάμε μπροστά δεν σημαίνει ξοδεύουμε σαν να είμαστε τα ζωντανά κακέκτυπα των ηλίθιων αρχετύπων του SEX & THE CITY ή του ENTOURAGE. Μην επεκταθώ, ξέρετε τι εννοώ: καβαλήσαμε το καλάμι κι αυτό σιγά-σιγά μας μπήκε στον *AHEM*!

Μέσα σε όλα αυτά, είναι ενδιαφέρον να ακούς τι σκέφτεται ο τυχαίος άνθρωπος που συναντάς, διότι αρχίζεις να συνειδητοποιείς ότι ο καθένας κουβαλά άλλα σώψυχα κι άλλη τρέλα, μεταφορική και κυριολεκτική. Θα μου πείτε: “και τι με νοιάζει;” Σας νοιάζει που σας λέω, διότι δεν ξέρετε πότε ο διπλανός σας στο λεωφορείο θα εκραγεί  (μεταφορικά) και θα αποφασίσει να σας πάρει μαζί του ή ενδεχομένως ο, κατά τα άλλα φιλικός, οδηγός ταξί είναι λανθάνων ψυχοπαθής. Όπως μου είπε χαρακτηριστικά ένας τέτοιος τις προάλλες για τους αγανακτισμένους:

Αυτά είναι μαλακίες. Αν δεν χυθεί αίμα δεν γίνεται τίποτα και να δεις που αν αρχίσει να χύνεται αίμα, όλοι αυτοί θα την κάνουν. Εγώ προσφέρομαι για δήμιος. Να κάνουμε δημόσιες εκτελέσεις και να χυθεί το αίμα αυτών των κερατάδων στα σκαλοπάτια της Βουλής. Δεν είναι εύκολο να είσαι δήμιος, είναι βάρος μεγάλο, αλλά εγώ είμαι πρόθυμος. Στο χωριό είναι ντροπή να μην ξέρεις πώς να σφάξεις ένα ζώο, οπότε έμαθα να σφάζω απ’ όλα, γιατί όχι και πολιτικούς;

Κι ύστερα κάτι φίλες μου, καλή τους ώρα, με λυπούνται που είμαι “τόσο καταθλιπτικός κι απαισιόδοξος”. Πώς να τις πείσω ότι είμαι απλά ρεαλιστής;

Α.Μ.

%d bloggers like this: