Delirium Urbis (Διήγημα)

2013-02-16 - 21 - Metropolis Free Press - CoverΕίναι λυκόφως, ίσως και λυκαυγές – δύσκολο να πει κανείς τη μελανιασμένη τούτη ώρα, καθώς αυτό το δίχως ήλιο φως πέφτει πάνω σε τοίχους ψηλούς και μονοκόμματους, σαν γκρεμούς. Πάνω τους τα χρώματα φέρνουν στο νου, στην άκρη του ματιού, εκεί που το στραβό χαμόγελο γίνεται μια αίσθηση απτή, μυϊκή, πάνω στα ζυγωματικά, την ανάμνηση μιας παραλίας σε άλλο τόπο, μα ακόμα μακρύτερα στον χρόνο. Ήταν εκεί που, βράδια το ένα απάνω στο άλλο, για χρόνια στοιβαγμένα ένα σωρό, γλυκά και πικρά σαν χαμόγελο και δάκρυ περγαμόντο, ανοίγαμε διάπλατα τα μάτια μας και βλέπαμε αλήθειες, ζωγραφισμένες ξεκάθαρα με όνειρα και φρίκες – κι ούτε μια θαμπή στιγμή.

Μ’ έπιασε όμως πάλι παραλήρημα… Διαβάτη μου πού πας; Δεν σε πειράζει διαβάτη να σε λέω – γιατί ξέρεις, είτε γοφούς έχεις τορνευτούς, είτε πρόσωπο αξύριστο, είτε είσαι σε ηλικία που αυτά είναι ξένες έγνοιες, διαβάτης είσαι, κι ας έχουμε ξεχάσει ότι στην κακοποιημένη μας γλώσσα πολλά επίθετα έχουν το φύλο των Αγγέλων. Ξέρω ότι περπατάμε τους ίδιους δρόμους, γεμάτους με ανθρώπους σκυφτούς, που έχουν τα ίδια μελανά σύννεφα μέσα τους, τις ίδιες βαριές σκιές στα πρόσωπά τους, ότι ζούμε στην ίδια πόλη, με προεστούς και κοτζαμπάσηδες εκείνους που καρτερικά στενάζει να δει η κρεμάλα.

Ήσουν μαζί μου εκείνο το βράδυ, στο ίδιο το λεωφορείο 500, περασμένα μεσάνυχτα, μία η ώρα περασμένη, από Πετράλωνα προς τα δικά μου τα λημέρια; Έβλεπες κι εσύ εκείνον τον ψηλόλιγνο γέρο-τρελό να λέει άκακες ασυναρτησίες, τους νεαρούς αλήτες να τον κακοποιούν, να τον χτυπούν, να τον ματώνουν και να γελούν σαν παιδιά με το ευφάνταστο παιχνίδι τους; Ένοιωσες όπως εγώ κάτι μαύρο να αναβλύζει μέσα σου, το φάντασμα ενός γδικιωμού που δεν ήρθε, που δεν έρχεται ποτέ; Θέλησες να καταλάβει το σώμα σου ή να πεταχτεί μέσα από το κεφάλι σου κάποιος από τη φαντασία σου πλασμένος, που θα έστριβε τα χέρια και τα δάχτυλά τους μέχρι ο ήχος του κόκαλου που σπάει να καλύψει τα ουρλιαχτά – κάποιος που θα τους έκανε θρύψαλα τα γόνατα, όχι να κλωτσούν, μα με δυσκολία πια να περπατούν;

Έμεινες στη θέση σου; Έμεινες μόνο να κοιτάς με χίλια «μπορεί», με τη λογική και το φόβο του ζώου να σε κρατούν σιδηροδέσμιο στο κάθισμα που λέγεται Δειλία;

Δεν προδικάζω τίποτα. Να ξέρεις πάντως, εγώ έμεινα – κι όσο ευχάριστη έκπληξη ήταν η ετοιμότητα του νεαρού οδηγού που ξαφνικά δεν έκανε στάσεις, μέχρι που τους παρέδωσε στα ξένια χέρια των τροχήλατων μαυροφορεμένων, κάπου στην Αχαρνών, άλλο τόσο δυσάρεστη και εξηγήσιμη είναι η ανάμνηση ενός λεωφορείου γεμάτου ανθρώπους, με διάχυτη τη μυρωδιά του φόβου από την εύκολη, αδέξια βία τριών υπανθρώπων, τη στιγμή που οι υπόλοιποι επιβάτες φτάναμε και περισσεύαμε για να τους πατήσουμε χάμω σαν σκουλήκια.

Αν ήσουν κι εσύ εκεί, διαβάτη μου, μην νοιώθεις άσχημα – γιατί ίσως κι εσύ να αναγνωρίζεις τη βία που αναδεύεται μέσα σου, νωχελικά αλυσοδεμένη κάτω από τα εύθραυστα φτιασίδια του πολιτισμού, που προσποιούμαστε ότι μας έβγαλαν από τις σπηλιές. Ίσως κι εσύ να βρέθηκες κυνηγημένος στα Εξάρχεια, από μια φυλή που θυμάται τη γενεσιουργό βία των μακρινών προγόνων μας, δίχως να μπορεί να κατανοήσει την αληθινή της χρησιμότητα – κι η ανάμνηση μιας μάχης που δεν είχες ελπίδα να κερδίσεις, απέναντι σε εκείνους που δεν ήταν καν εχθροί σου, να κάνει τα μέλη σου βαριά. Ίσως αυτή η πόλη να μην είναι ο δικός σου κόσμος και ίσως μια μέρα να δεις τις λεπτές ραφές που τη συγκρατούν – και τότε θ’ ανοίξουν, χύνοντας παντού άπλετη σκόνη και θα δεις ότι όλα δεν είναι τίποτε περισσότερο από σχήματα στην άμμο.

Πες μου, μήπως κι εσύ βλέπεις την πόλη με τα δικά μου μάτια, όπως ο γέρος τη γριά του σ’ εκείνο το παλιό παραμύθι από την Κίμωλο; Σου έτυχε ποτέ να περπατάς από το σταθμό του Μεταξουργείου στην Αχιλλέως κι η πράσινη πορτούλα στο 48 να είναι μισάνοιχτη, τα κόκκινα φωτάκια αναμμένα; Έριξες μια κλεφτή ματιά; Θυμάσαι τι είδες ή νόμισες πως είδες, ή είναι η ανάμνησή σου ένα αυθόρμητο χαμόγελο, όταν διάβασες στην τελευταία κάθετο το όνομα του Αντιλόχου, γιατί ήξερες πως όπου ο γοργόφτερος Αχιλλέας, από κοντά κι ο άψεγος Αντίλοχος, είτε μπροστά στης Τροίας τα τείχη, είτε στον άχαρο τον Άδη; Γέλασες όταν βρήκες μια παραμυθού να μένει στη Μενελάου κι άλλη μια στη Διοχάρους, αρχινώντας ύστερα να ψάχνεις αν κάθε αφηγητής μένει σε δρόμο που ‘ναι σημάδι για την τέχνη του; Μην κουράζεσαι, ξέρω πως δεν είναι έτσι, ακόμα κι εγώ, που κάποτε ήμουν καλύτερος άνθρωπος κι η αθώα τρέλα δεν δίσταζε να ζωγραφίζει θαύματα και έξω από το κοιμισμένο μου μυαλό, μπροστά στα ξύπνια μάτια μου.

Μα δεν πειράζει – άλλωστε, όλα όσα μας συμβαίνουν, μόλις περάσει η στιγμή τους, είναι απλά ιστορίες, τίποτα περισσότερο, μα και τίποτα λιγότερο. Ξέρεις, όλες οι ιστορίες είναι ψέματα και όλες λένε την αλήθεια – αυτό τώρα δα δεν είναι δικό μου, από αλλού το έκλεψα, μα κι εκείνη από αλλού το έχει κλέψει. Τέτοιοι κλέφτες να ήμασταν όλοι – κι εγώ κι εσύ κι η ανθρωπότητα ολάκερη, διαβάτη μου – γιατί ούτε μια ιστορία δεν μας ανήκει κι έτσι είναι όλες δικές μας.

Το παρόν δημοσιεύτηκε στο φύλλο #1016 (16 – 21-02-2013) της εφημερίδας  METROPOLIS (Free Press), στο παράρτημα “Διαβάζω” (σ. 28-29).

Α.Μ.

METROPOLIS 15 – 21-02-2013

Στο σημερινό φύλλο της METROPOLIS (Free Press) δημοσιεύτηκε το μικρό διήγημά μου, “Delirium Urbis” (“Αστικό Ντελίριο”), στις σελίδες 28-29. Μπορείτε να το διαβάσετε είτε παίρνοντας το φύλλο από τα stand, είτε πηγαίνοντας εδώ και ξεφυυλίζοντας την ψηφιακή μορφή της εφημερίδας. Δεν θέλω να πω περισσότερα. Καλή ανάγνωση και τα συμπεράσματα δικά σας.

Από τα χαρακώματα του πληκτρολογίου,

Α.Μ.

Η Ωδή και το Γκαργκόιλ (Διήγημα)

Κάτι νύχτες του Οκτώβρη, που του Φθινοπώρου η φορεσιά αρχίζει να θροΐζει κρύο, στην πόλη αργά απλώνεται σιωπή. Κάτι νύχτες του Οκτώβρη που στις εκκλησιές γιορτάζουν άπαντες τους αγίους, τελώνια κυκλοφορούν στους δρόμους και στήνουν αγορά πίσω από ‘κείνη τη γωνιά – εκεί που ποτέ να στρίψεις δεν τολμάς. Κάτι νύχτες του Οκτώβρη ανοίγουν του Πέρα Κόσμου οι πύλες και φυσά ένας αέρας – μήτε κραυγή, μήτε ανάσα – που στη ραχοκοκαλιά σου σέρνεται απαλά σαν παγωμένο νύχι.

Μια τέτοια νύχτα τρεις κόρες, παραμυθοϋφάντρες αδελφές, σύναξη καλέσαν και βγάλανε φιρμάνι:

Κουρελήδες και κυράδες,
δουλικά και αφεντάδες
Στου γκρίζου την πράσινη γωνιά να μαζευτείτε
ιστορίες ν’ ακούσετε, παραμύθια να γευτείτε.

Καθώς ο Ήλιος έγειρε στη κλίνη του, κόσμος ήρθε από τη Ναυαρίνου και λαός πολύς απ’ τη μεριά της Πηγής της Ζωοδόχου. Στασίδια γέμισαν πολλά – μα δεν χωρούσαν – φέραν καρέκλες και σκαμνιά. Έτσι δα σε μιαν άκρη στάθηκα κι εγώ, θέα καλή να ‘χω στις κόρες, μα και το νου μου στους κάθε λογής καλικατζάρους που μες στον κόσμο τριγυρνούσαν, με τα πράματα στις τσάντες έπαιζαν, πού και πού κάτι βουτούσαν.

Κάποτε, βλέπεις, βρήκα ένα κλειδί και κλειδαριά να το ταιριάξω, σε πόρτα δίχως κάσα. Με το χέρι μου τη θύρα εκείνη άνοιξα κι αυτή με τη σειρά της ένα παράθυρο του νου – ή των ματιών, να το πει κανείς δεν ξέρει – κι εκτός από τον κόσμο τούτο, βλέπω και τον άλλο, τον πέρα κι όμως δίπλα, στο λόγο αλησμόνητο και συχνά στις καρδιές μας ξεχασμένο. Ήθελα στην αρχή το θάμα τούτο να το μοιραστώ, παντού να το φωνάξω, μα κανόνες με ζώνουνε πολλοί, τόσο του Εδώ, όσο και του Εκεί – ένα μυστικό σαν μαρτυράς γίνεται σκόνη κι αν στους ανθρώπους πεις για δράκοντες και νύμφες, νάνους και ξωθιές, αλαφροΐσκιωτος είσαι, ή χειρότερα, τρελός. Έτσι σωπαίνω, εκτός απ’ όταν νομίζουν όλοι πως μονολογώ, ακολουθώντας ενός άλλου παραμυθά τις συμβουλές: “Τ’ όνομά σου να θυμάσαι και να μην τ’ αποχωρίζεσαι. Στα πλάσματα κάνε χάρες κι ανταπόδοση θα βρεις. Τα όνειρα ακολούθα, την καρδιά σου άκου και στην ιστορία σου έχε πίστη”.

Στη σύναξη τούτη τα όνειρα με φέραν, για τ’ άλλα δεν γνωρίζω. Σηκώνεται η πρώτη κόρη, η μεγαλύτερη κι ιστορία αρχινά, με μάτια μαύρα σαν τη νύχτα και φωνή βαθιά. “Έγειρε ο Ήλιος και στην πόλη απλώνεται πλατιά του Γκαργκόιλ η σκιά”, για του πάλαι κλεινού άστεως τον σκοτεινό προστάτη αφηγείται, πλάσμα από πέτρα πλασμένο κι εφιάλτες, στο λαιμό του περασμένο σιδηρόδετο, γεμάτο κρίματα βιβλίο, απ’ όπου μ’ αίμα σβήνει ο φύλακας τα χρέη. Το κρύο μοιάζει δόντια ν’ αποκτά και μουσαφίρης στη σύναξη έρχεται ο φόβος, της ιστορίας το σκοτεινό νήμα σαν η κόρη ξετυλίγει.

Μα να, την ομήγυρη πριν ζώσει μαύρος τρόμος, σηκώνεται η μικρότερη, η στερνοκόρη και παραμύθι αρχινά, με μάγουλα σαν της αυγής τα ρόδα και φωνή γλυκιά. “Στο μούχρωμα, το δείλι, ξυπνά η Ωδή, με μελωδίες την πόλη μας γεμίζει απ’ τ’ αέρινο βιολί”, για της θλιμμένης πόλης μια γλυκιά οπτασία διηγείται, κορίτσι από φως φτιαγμένο κι όνειρα, το φόρεμά της του σεληνόφωτος υφάδι – κι η φωνή της μέλι και δάκρυα – που τραγουδά όσα αναζητούν οι άνθρωποι κι όσα έχουν χαμένα. Κάποιοι πλάι-πλάι αγκαλιάζονται, άλλοι απλά σιμώνουν κι άθελα χαμόγελα τη σύναξη γεμίζουν, στου παραμυθιού τη θαλπωρή καθώς η κόρη τους τυλίγει.

Στο γλυκό τούτο χουχούλιασμα η κόρη η μεσιανή τον κόσμο δεν αφήνει – ορθή πετάγεται και θρύλο αρχινά, με ύφος στ’ όνειρο παρμένο – κι αν θέτε το πιστεύετε – με φουντωτή ουρά! “Σαν έχει ο Ήλιος δύσει, λένε πως η Ωδή το ταίρι της ζητά, μα από καιρό έχοντάς τη λησμονήσει, το Γκαργκόιλ της ποτέ δεν απαντά”. Η βραδιά μας στην κορύφωση οδηγείται, ανάποδα καθώς ο χρόνος ξεδιπλώνει για δυο καρδιές που παλιά, πολύ παλιά συναντηθήκαν κι ύστερα στου δρόμου τη διχάλα χωριστήκαν. Κι ο θρύλος δεν λέει αν το ζευγάρι ξανασμίγει, μα δακρυσμένο το κοινό χειροκροτεί και η βραδιά πια λήγει.

Σαν η σύναξη διαλύσει και τα τελευταία συχαρίκια έχουν δοθεί, την κόρη τη μεσιανή παράμερα σιμώνω.

“Καλή σου ώρα δέσποινα αλέπω”.

“Καλή σου ώρα αφέντη ανοιχτομάτη”.

“Συμπάθα με μα να, πράγμα παράξενο – και ναι, στ’ αλήθεια θαυμαστό – μια κόρη του μαστρο-Ρενάρδου ανάμεσα σ’ ανθρώπους και το κέφι τους να κάνει”.

“Στ’ αλήθεια θαυμαστό ανοησίες τέτοιες να πετάς, αν απ’ τη γλώσσα πιο γρήγορα τα πόδια σου δεν τρέχουν – μα σε συμπαθώ, έχεις δίκιο και πιότερο ο πατέρας μου, γι’ αυτό σε συγχωρώ”.

“Δεν εννοούσα προσβολή, απορία μονάχα κι έναν απλό χαιρετισμό, όπως η ευγένεια ορίζει”.

“Των αλεπούδων τα καμώματα είναι δική τους έγνοια, μα ο χαιρετισμός δεκτός. Καλό σου δρόμο τώρα και το νου σου στης γλώσσας το ροδάνι, άλλη εκλεκτή αν ανταμώσεις παρουσία”.

Τότε του γυρισμού τον δρόμο παίρνω και καθώς περπατώ, τα λόγια που είπαν οι κόρες συλλογιέμαι. Αλήθεια είπε η πρώτη και κάτι ακόμα ξέρω: το Γκαργκόιλ γέννησε η πόλη για να προστατεύει τα παιδιά της, να κάνει στο σκοτάδι δίκιο τ’ άδικο της μέρας – πάντα έναν άνθρωπο διαλέγει, στη σκληρή σάρκα της τον ντύνει, νύχια, φτερά και φοβερή όψη του δίνει. Αλήθεια κι η στερνοκόρη: της Ωδής το τραγούδι έχω ακούσει, τη μορφή της σαν μάρμαρο που λιάζεται έχω δει και το βιολί της έχει με δάκρυα τα μάτια μου γεμίσει. Για της μεσιανής όμως, της αλεπούς τα λόγια, τι να σκεφτώ δεν ξέρω.

Ξάφνου μελωδία, χορδές ακούω και δοξάρι. Μα κι ένας ήχος άλλος τη βαθιά νύχτα τραντάζει – πέτρες ή κόκαλα θαρρείς που κροταλίζουν, σαν κύμα δίχως νερό που στο δρόμο ετοιμάζεται να σπάσει κι έπειτα… σκοτάδι. Μα πριν χαθεί το φως ολότελα, βλέπω τα βήματά μου πού με φέραν, σε δρόμο όπου αθώο αίμα έχει χυθεί και το δικό μου στις φλέβες μου παγώνει.

Σαν σε σκηνή θεάτρου, αναδύονται μορφές – πρώτη η Ωδή με το γλυκό της φως, με χέρια άδεια και απλωμένα κι ύστερα, αργά, σαν να είναι βυθισμένος στο πηχτό σκοτάδι, ένας άνδρας με χέρι ασημένιο και το ένα μάτι του κενό. Οι αδιαπέραστες σκιές να την πλησιάσουν δεν τολμούν, ενώ εκείνον με μακριές γλώσσες τον ζώνουν και σ’ ένα περίγραμμα φρίκης τον κρατούν.

“Ήρθα ξανά αγάπη μου, τα δεσμά σου για να σπάσω”.

“Όμορφή Ωδή, αν μπορούσα μόνο να σε πιάσω”.

“Μπορείς! Δεν έχεις παρά το χέρι σου ν’ απλώσεις!”

“Και τότε πες μου Ωδή, για Γκαργκόιλ ποιον στην πόλη μου θα δώσεις;”

“Φτάνει πια! Αίμα αρκετό δεν σ’ έχει βάψει;”

Μα εκείνος πια δεν ακούει, μήτε απαντά. Οι σκιές τον λούζουν, αφήνοντας πίσω μόνο πέτρα κι εφιάλτες, του Γκαργκόιλ την όψη φοβερή. Στην πόλη καθώς χάνεται, η Ωδή ήσυχα κλαίει. Τρέμω σύγκορμος κι οι λέξεις τα χείλη μου αφήνουν πριν προλάβω σφαλιστά να τα κρατήσω.

“Τι σόι πλάσμα την Ωδή κάνει να κλάψει;”

“Για των ανθρώπων το καλό, βαθιά την καρδιά του έχει θάψει. Ποιος να τη βρει; Ποιος να τη ψάξει;”

“Αδαής είμαι κυρά, μα το χέρι μου θέληση γεμάτο το θλιβερό έργο ν’ αλλάξει”.

“Τότε πάρε τούτο το κλειδί κι ίσως το χέρι αυτό διαφορετικό τέλος να γράψει”.

Μόνο σαν χάνεται η Ωδή στρέφω μάτια στο κλειδί κι εκεί άλλο δεν βλέπω, παρά ένα φτερό στη μελάνη βουτηγμένο. Τα όνειρα ακολούθησα, άκουσα και την καρδιά – άλλο δεν μένει παρά να δω, πίστη στην ιστορία μου αν έχω.

Το παρόν δημοσιεύτηκε στο τεύχος #12 (Δεκέμβριος 2011) της συλλογής ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, της METROPOLIS (Free Press). Στο εν λόγω τεύχος συμμετέχουν επίσης οι: Γιάννης Πλιώτας, Ειρήνη Σουργιαδάκη, Λένα Βλασταρά, Δέσποινα Νικάνδρου, Στέργια Κάββαλου, κύριος Ιάκωβος, Ηλίας Κολοκούρης, Γιώργος Κουτσουνάρης και Κωνσταντίνα Τασσοπούλου.

Α.Μ.

Υ.Γ. Μια σύντομη επεξήγση: ο “μαστρο-Ρενάρδος” είναι αναφορά στον Reynard, μια μυθική φιγούρα του Μεσαίωνα που ενσαρκώνει την πονηριά, αναμενόμενα με μορφή αλεπούς. Ο Reynard συχνά ανταγωνίζεται τον λύκο Isengrim.

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ #12

Στο τεύχος #12 του εντύπου ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, μπορείτε να διαβάσετε το διήγημά μου “Η Ωδή και το Γκαργκόιλ”, καθώς και τα διηγήματα άλλων 9 συγγραφέων, όλα με κοινό παρονομαστή τον τίτλο του τεύχους: “Σύγχρονα Αθηναϊκά Παραμύθια”. Περαιτέρω, ένα θεατρικό / μουσικό / ακροβατικό κολάζ των παραυθιών παρουσιάζεται τα δύο ερχόμενα σαββατοκύριακα (07 και 08/12, 14 και 15/12) στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, στα πλαίσια της σειράς εκδηλώσεων *etsi ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ.

Επειδή δεν ξέρω πού ακριβώς μπορείτε να βρείτε το έντυπο σε… απτή μορφή (εκτός από το Ίδρυμα όπου γίνονται οι παραστάσεις φυσικά), υπάρχει επίσης διαθέσιμο online εδώ.

Μπορείτε επίσης να πάτε εδώ για να διαβάσετε το σχετικό άρθρο στη METROPOLIS (Free Press), το οποίο περιλαμβάνει και την οπτική των διαφόρων ομάδων πάνω στα παραμύθια που ανέλαβαν να παρουσιάσουν.

Α.Μ.

31η Οκτωβρίου 2012 – Εδώ κι Εκεί (Διήγημα)

Άσε με να σου πω κάτι για τις πλατείες: οι πλατείες δεν είναι απλώς αυτά τα μικρά ή μεγάλα πράγματα που χρησιμεύουν για να αράζουν οι σκύλοι που είναι σαν αρνιά, παχύσαρκοι από το πλαστικό φαΐ των φαστφουντάδικων του κέντρου, ή ξερακιανοί και πειναλέοι στις γειτονιές που ακόμα δεν τους έχουν ταράξει στη φόλα και τη σκοποβολή με αυτοκίνητο. Σε καμία περίπτωση δεν φτιάχτηκαν για να γεμίζουν με τραπεζάκια “επιτηδευματιών”, βωμούς στον γκουρμεδιάρικο καφέ με τα παράξενα ονόματα και τις φιοριτούρες, που ούτε σχέση εξ’ αγχιστείας δεν έχουν με την καφεΐνη. Και σίγουρα, δεν είχαν σαν στόχο να φιλοξενούν – Ω, μην με κοιτάς έτσι: έχεις πάει στο Μοναστηράκι, στην Ομόνοια, στο Σύνταγμα, στα Εξάρχεια, ξέρεις τι εννοώ. Γουρλώνεις τα μάτια σου… Νοιώθω τη χρηστομάθεια να έρχεται και φευγαλέα αναρωτιέμαι τι είδους θα είναι – αριστερίστικη, άναρχο-αυτόνομη, αγανακτισμένη, θεολογική (“ελεύθερη βούληση και επιλογή”) ή το χειρότερο, ανθρωπιστική (“όλοι άνθρωποι είμαστε”);

Μετά συνειδητοποιώ ότι δεν με ενδιαφέρει, γιατί δεν θα σε αφήσω να μου αλλάξεις θέμα. Εγώ θέλω να σου πω για τις πλατείες. Βλέπεις, εμείς δεν ξέρουμε από πλατείες, γι’ αυτό όταν χτίζουμε καινούργιες ή επεμβαίνουμε στις παλιές τα κάνουμε σκ- ουπς, άρχισα τα Γαλλικά πάλι. Οι παλιοί κάτι ήξεραν από πλατείες. Οι αρχαίοι; Μανούλες. Ήξεραν τι έκαναν, πού τις έχτιζαν και πώς – γιατί βλέπεις, οι πλατείες είναι κόμβοι, είναι σταυροδρόμια, όπου συναντιούνται οι άνθρωποι, ναι, αλλά όχι μόνο. Στις πλατείες, τις σωστές πλατείες, ο χρόνος διπλώνει και δαγκώνει την ουρά του, το “εδώ” συναντά το “εκεί”. Τι εννοώ; Φοβάμαι ότι αυτό θα κάνεις τον κόπο να το αποφασίσεις εσύ, αφού σου διηγηθώ όσα είδα και όσα άκουσα.

Ένα βράδυ – πρέπει να ‘τανε φθινόπωρο – ξύπνησα από ένα παράξενο όνειρο. Ήταν, λέει, η ιστορία του πώς οι άνθρωποι απέκτησαν τη θεϊκή γνώση – όχι τρομερά πρωτότυπο, το ξέρω – και με τη γνώση αυτή έχτισαν την Πρώτη Πόλη ή την Πόλη γενικότερα, ένα κατάλευκο πλάσμα που έμοιαζε με τεράστια γυναίκα και εξόρισαν από αυτήν τον μοναδικό ανάμεσά τους που γνώριζε το κρυφό, Αληθινό της Όνομα. Εκείνος λοιπόν, ο Φαμπούλ-Σα, πήγε να μείνει μαζί με τα θεριά και τα κρυμμένα πλάσματα του Κόσμου, έμαθε τη λαλιά και τις ιστορίες τους και έγινε ο Πρώτος Παραμυθάς. Οι άνθρωποι τώρα, όπως το συνηθίζουν, άρχισαν να σκοτώνονται μεταξύ τους και ο Θάνατος είχε τόση δουλειά, που ξέχασε τελείως τον Φαμπούλ-Σα, ο οποίος κατέληξε να έχει μια αφύσικα μεγάλη ζωή.

Κάποτε, όταν οι άνθρωποι είχαν κουραστεί πια να σκοτώνονται και είχαν παραμελήσει την Πόλη σε βαθμό να γίνει αρρωστημένα γκρίζα και βρώμικη, ο Φαμπούλ-Σα επιθύμησε να επιστρέψει κοντά τους και να μοιραστεί τις ιστορίες που είχε μάθει. Πήγε λοιπόν και στάθηκε πάνω από το μέρος που βρισκόταν η καρδιά της Πόλης και τους περίμενε να έρθουν, μα εκείνοι τον φοβόντουσαν, διότι στα αμέτρητα χρόνια από την εξορία του, είχε αποκτήσει μια τρομώδη, θρυλική υπόσταση. Όπως συμβαίνει συνήθως, τελικά τον πλησίασαν τα παιδιά και οι ιστορίες του μάγεψαν τα μάτια, τ’ αυτιά και τις καρδιές τους. Τότε ο φόβος των ενηλίκων έγινε μίσος – όρμηξαν και τον ξυλοκόπησαν και τότε ο Θάνατος τον θυμήθηκε. Έδωσαν τα χέρια σαν παλιοί φίλοι και ο Φαμπούλ-Σα πέθανε.

Η Πόλη εξοργίστηκε και τους είπε ότι δεν θα έβρισκαν πια παρηγοριά κοντά της, παρά μόνο αν μαζεύονταν κάθε αυγή και κάθε δύση στο μέρος πάνω από την καρδιά της – όταν θα έβαφε τα μαλλιά της κόκκινα για τους θυμίζει το έγκλημά τους – και αφηγούνταν τις ιστορίες του Φαμπούλ-Σα. Τότε το κορίτσι που τον είχε κλάψει περισσότερο, σηκώθηκε και άρχισε να αφηγείται την μόνη ιστορία που δεν είχε πει ο Πρώτος Παραμυθάς – τη δική του.

Ξύπνησα με μια γλυκιά μελαγχολία και η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι το υποσυνείδητό μου είχε συνθέσει αυτό το όνειρο από κάτι που είχα δει ή είχα ακούσει. Η μάλλον πεζή – δεδομένων των περιστάσεων – αναζήτησή μου στο internet, εμφάνισε διάφορα πολυχρησιμοποιημένα και αναμασημένα της εβραιοχριστιανικής μυθολογίας, αλλά ούτε Φαμπούλ-Σα, ούτε παραμύθια με ζωντανές πόλεις. Κοίταξα το ρολόι του υπολογιστή: λίγο μετά τα μεσάνυχτα.

Ένοιωσα την ανάγκη να κάνω μια βόλτα και αποφάσισα να πεταχτώ με τα πόδια μέχρι το πάρκο της Πλατείας Δροσοπούλου, στη Φιλοθέη. Η πλατεία μοιάζει περισσότερο με μεγάλο κήπο, είναι γεμάτη ευκαλύπτους και πικροδάφνες και τα τρία σημεία που ορίζουν τον κύκλο της έχουν ένα θερινό σινεμά, μια παιδική χαρά κι ένα σιντριβάνι, φυτεμένο λες σε ένα καταπράσινο χαλί – τουλάχιστον εκείνη την εποχή, που οι βροχές κάνουν ακατάλληλα τα παγκάκια για τους χαριεντισμούς των προσωρινά ερωτευμένων. Το πάρκο κόβεται στα δύο από ένα ρέμα, με τα νερά του ευτυχώς φουσκωμένα, ώστε να παρασύρεται η πηχτή πράσινη μούργα που το καλύπτει το καλοκαίρι. Οι δύο πλευρές ενώνονται με ένα ξύλινο γεφυράκι. Τα βατράχια και οι φρύνοι κόαζαν.

Καθώς πλησίασα το γεφυράκι, είδα κάποιον να στέκεται εκεί, με σκυμμένο κεφάλι, κρατώντας κάτι στα χέρια του και μουρμουρίζοντας. Μου φάνηκε γνώριμος – πλησίασα. Ήταν χλωμός, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και ένα ύφος αξιοθρήνητο. Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα χαρτάκι, στο άλλο μια κιμωλία. Πάγωσα – η σκηνή αυτή κάτι μου θύμιζε. Κοίταξα στη ζώνη του και εκεί είδα κρεμασμένο ένα παλιό ξύλινο σφυρί, απ’ αυτά που τα λέγε η γιαγιά μου “κόπανους”. Τότε τον θυμήθηκα: ήταν ένας πιτσιρικάς είκοσι, είκοσι-κάτι χρονών, που είχε ερωτευτεί παράφορα μια ομορφούλα, άκαρδη και ψεύτρα. Αυτός είχε τρελαθεί μαζί της – κυριολεκτικά, τον είχα δει πολλές φορές να τρέχει μες στη νύχτα σαν κυνηγημένος, να κάθεται και να μιλάει στους ευκαλύπτους και να μουρμουράει μόνος του κάτι ακατάληπτα – και εκείνη τον έσερνε με απόλαυση από τη μύτη. Συνηθισμένη περίπτωση: τον ήθελε στην αυλή της, μα όχι στο κρεβάτι της.

Μα είχαν περάσει επτά-οκτώ χρόνια από τότε – τι έκανε πάλι εκεί; Σκέφτηκα να του μιλήσω, αν και πρέπει να ομολογήσω ότι βασικό μου κίνητρο ήταν η περιέργεια. Έφτασα ακριβώς δίπλα του. Εκείνος άφησε να πάρει ο αέρας το χαρτάκι και γύρισε να με κοιτάξει: ήταν ίδιος και απαράλλαχτος, σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα από την πρώτη φορά που τον είδα. Άρχισα να του λέω κάτι, μα εκείνος απλά χαμογέλασε θλιμμένα και άρχισε να ξεθωριάζει μπροστά στα μάτια μου! Κοίταξα το μέρος όπου στεκόταν – νόμιζα ότι στεκόταν; – και είδα δυο ομόκεντρους κύκλους με κιμωλία, γεμάτους παράξενα σύμβολα, να ξεθωριάζουν όπως κι εκείνος. Γονάτισα μηχανικά και στη στενή σχισμή ανάμεσα στα σανίδια και το σκελετό της γέφυρας, βρήκα μια ταλαιπωρημένη κιμωλία.

Σκέφτηκα ότι πρέπει να με είχε πειράξει ο καθαρός αέρας – η απότομη εισροή οξυγόνου στον εγκέφαλό μου, σε συνδυασμό με το παράξενο όνειρο, έκαναν τον οπτικό μου φλοιό να βλέπει τρέλες. Χρειαζόμουν επειγόντως μια γερή τζούρα από τη μόλυνση του κέντρου. Η παλιά μου βόλτα – Εξάρχεια-Ομόνοια-Μοναστηράκι-Σύνταγμα – με μια στάση σ’ εκείνη την ιρλανδική παμπ στη Θησέως, θα ήταν ό,τι έπρεπε. Η ώρα κόντευε μία μετά τα μεσάνυχτα.

Βγήκα με τα πόδια στην Κηφισίας και μπήκα στο πρώτο ταξί που βρήκα. Γύρω στη μιάμιση, αποβιβαζόμουν στην Πλατεία Εξαρχείων. Ξεφράγκιασμα. Τα μαγαζιά γεμάτα κόσμο – για ποτό, μεταμεσονύχτια επικλινή κρέπα ή αρμένικο σουβλάκι. Οι κούνιες της πλατείας φιλοξενούσαν εφήβους με παρδαλά ή περίτεχνα μπλεγμένα μαλλιά (ή και τα δύο), παρέες στριμώχνονταν στα παγκάκια και άνθρωποι από την εξωτική Αφρική προσπαθούσαν να πουλήσουν κάτι που το γρήγορο internet κατέστησε κοινοτοπία: αντιγραμμένες ταινίες και CD. Ανάμεσα στο σχετικά υγιές πλήθος, βλέπεις και απομεινάρια των παλιών θαμώνων, αυτών που στοιχειώνουν με κενά μάτια την πόλη τις ώρες του λυκόφωτος.

Στρίβοντας στη Σολωμού, στο καφέ-μπαρ απέναντι από το κατάστημα comics, είδα ένα σμάρι ανθρώπων με παράξενες, ευφάνταστες, ή ευφάνταστα κακότεχνες φορεσιές, να φωτογραφίζονται, να μιλάνε με ενθουσιασμό, να στριγκλίζουν. Για μια στιγμή φοβήθηκα ότι είχα χάσει τελείως τα λογικά μου, μέχρι που στα αυτιά μου έφτασε η μουσική και ησύχασα: ήταν ένα από αυτά τα γιαπωνέζικα πάρτι.

Μετά από μια σειρά ζιγκ-ζαγκ, βρέθηκα στην Πατησίων και την ακολούθησα μέχρι την Ομόνοια. Δεν θα χασομερούσα εκεί: μπορεί τα Εξάρχεια πλέον να έχουν ένα πιο ευαγές πρόσωπο, ελέω μιας φρικτής θυσίας, αλλά η κοπέλα που αγόραζε ναρκωτικά στη Δώρου ήταν απόδειξη ότι η καρδιά της πόλης εξακολουθούσε να είναι άρρωστη. Άθελά μου έφερα πάλι στο νου το όνειρο και για μια στιγμή, μου φάνηκε σαν η κοπέλα να ξεθώριασε, όπως ο νεαρός στη Δροσοπούλου.

Ανηφορίζοντας την Αθηνάς, πέρασα από την Πλατεία Κοτζιά και για κάποιον ανεξήγητο λόγο, το ένστικτο αυτοσυντήρησης έκανε τα στραβά μάτια και με άφησε να περάσω πίσω από το παλιό δημαρχείο. Από την Ικτίνου έφταναν στα αυτιά μου φωνές που θύμιζαν φυλετική σύναξη, φωνές γυναικείες – ακατανόητες συνομιλίες, αλαλαγμοί και τσιρίδες. Μια νεαρή μαύρη πόρνη έτρεξε προς το μέρος μου, λύνοντας ταυτόχρονα το φωσφοριζέ της μπουστάκι – τα στητά της στήθη, σαν από σκούρο μαόνι, απελευθερώθηκαν από την υποψία υφάσματος και με κοίταξε ναζιάρικα. Δεν μπορούσε να είναι πάνω από 16-17 χρονών. Ο νταβατζής της με κοίταξε ανυπόμονα. Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου, χαμογελώντας της απολογητικά. Έστριψε να φύγει, ρίχνοντάς μου μια τελευταία ματιά και για μια στιγμή το μυαλό μου την είδε τελείως διαφορετική – γυμνή, βαμμένη με τα χρώματα της φυλής της, φορώντας χειροποίητα κοσμήματά από οστά και κοχύλια, με τον αφρικανικό ήλιο να λάμπει στους βολβούς των ματιών της. Έτριψα τη μούρη μου και προχώρησα προς το Μοναστηράκι.

Αφού τόνωσα αρκούντως την ιρλανδική και βελγική ζυθοποιία – πρέπει να’ ταν πια τρεις-τρεισήμισι το πρωί – και μην έχοντας βρει εξηγήσεις στον πάτο των ποτηριών για αυτά που έβλεπα, αποφάσισα να ανέβω την Ερμού προς το Σύνταγμα, για να χαρατσωθώ το ταξίδι της επιστροφής. Φτάνοντας στα φαστφουντάδικα, είχα καθαρή θέα στην πλατεία και τον Συνοικισμό των Αγανακτισμένων. Φαινόταν να επικρατεί μια σχετική ηρεμία, προφανώς η ανάπαυλα πριν την επόμενη μέρα της μάχης – με την καθημερινότητα.

Μήνες τώρα βρίσκονταν εκεί και από προσωρινό κίνημα λαϊκής αντίδρασης είχαν γίνει κάτι άλλο. Είχα να πάω εκεί από την άνοιξη του 2011. Πέρασα απέναντι. Ανάμεσα στα σύντριμμα της πλατείας και τα αντίσκηνα, υπήρχαν αναμμένες αυτοσχέδιες φωτιές, γύρω από τις οποίες έπιναν καφέ, τσάι, ή αλκοόλ για να διώξουν την υγρασία – και συζητούσαν. Πλησίασα τη φωτιά όπου ήταν μαζεμένοι οι περισσότεροι, γύρω από έναν αναμαλλιασμένο άνδρα με φουντωτό, κοκκινωπό μούσι. Με μια ματιά αναγνωρίσαμε ο ένας τον άλλο και έμεινα να τον κοιτώ αποσβολωμένος.

“Κάντε τώρα ησυχία”, είπε “γιατί αυτή είναι η ιστορία του Φαμπούλ-Σα, του Πρώτου Παραμυθά”.

Κάθισα κι εγώ ν’ ακούσω. Ο χρόνος δάγκωσε την ουρά του και δεν ήξερα ποιος απ’ τους δυο μας ήταν “εδώ” και ποιος “εκεί”.

Το παρόν δημοσιεύτηκε στο τεύχος #10 (Αύγουστος 2011) της συλλογής ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, της METROPOLIS (Free Press). Στο εν λόγω τεύχος συμμετέχουν επίσης οι: Βασίλης Δανέλλης, Κωστής Παττακός, Δάφνη Σερπάνου, Σπύρος Παπαδόπουλος, Δώρα Κοροβέση, Βίβιαν Στεργίου, Στέργια Κάββαλου και Τατιάνα Κίρχοφ.

Α.Μ.

« Older entries

%d bloggers like this: