ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ (Εκδόσεις Mamaya)

Τη Δευτέρα κυκλοφόρησε το βιβλίο μου, με τίτλο ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ. Μαζί με τα ΠΝΕΥΜΑΤΑ της Ευθυμίας Ε. Δεσποτάκη, αποτελεί το “εναρκτήριο λάκτισμα” της σειράς “Άρπη” των Εκδόσεων Mamaya, μια προσέγγιση της λογοτεχνίας του φανταστικού με ελληνικό πρόσημο. Το βιβλίο αποτελεί μια εκδοχή του λεγόμενου Ταξιδιού του Ήρωα, με τη διαφορά πως ο αφηγητής δεν είναι, ούτε προσπαθεί να γίνει ήρωας. Είναι ένας άνθρωπος που ανακαλύπτει σχεδόν τυχαία τη δύναμη των ιστοριών και περπατά ανάμεσα σε δύο κόσμους για να τις κάνει κτήμα του. Είναι επίσης ένας φαντασιακός στοχασμός πάνω στη φύση των ιστοριών και του παραμυθά. Κατά μία έννοια, είναι ο δρόμος που οδηγεί τον λεγόμενο “ιδανικό ακροατή” να γίνει παραμυθάς κι ο ίδιος.

To Amoni - Cover Final

Η ιστορία ξεκινά με πραγματικά γεγονότα, πριν από δεκατρία χρόνια (που έγιναν δεκατέσσερα μέχρι να τελειώσω το βιβλίο και να τυπωθεί), σ’ ένα μικρό χωριό της Χίου. Μέσα παρελαύνουν πραγματικοί άνθρωποι, που έυκολα θ’ ναγνωρίσουν τους εαυτούς τους, είτε όπως τους αντιλαμβάνονται, είτε όπως τους αντιλήφθηκα εγώ. Τα γεγονότα και οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν σημείο έναρξης, σταθμούς και βοηθούς σε αυτό το ταξίδι από το Εδώ  στο Εκεί και πάλι πίσω. Στο δρόμο απάνω, μέσα στην ιστορία, ακούγονται άλλες ιστορίες: μία τη λέει ένας αναμαλλιασμένος άνδρας σε μια πλατεία, μία τη σφυρηλατεί ο αφηγητής του ταξιδιού πάνω στο Αμόνι που Τραγουδά, τις υπόλοιπες… ε, αυτό θ’ αφήσω να το ανακαλύψει ο ανγνώστης μόνος του.

Τις ιστορίες αυτές – παραμύθια, μύθους, αστικά παραληρήματα – τις έφτιαξα στο διάστημα των τελευταίων πέντε ετών – και λέω “τις έφτιαξα”, διότι μερικές πρώτα τις έγραψα και μετά τις αφηγήθηκα, όπως τον “Φαμπούλ-Σα” και τη “Σφυρήλατη Καρδιά”, τις περισσότερες πρώτα τις αφηγήθηκα και μετά τις κατέγραψα, προσπαθώντας να διατηρήσω στο κείμενο το πώς ακούγονταν, όπως το “Αλύχτισμα των Σκύλών” και  το “Γκρίζο Μαχαίρι”, του οποίου ένα μικρό απόσπασμα πόσταρα κάποτε εδώ. Είναι και μερικές που δεν έχουν ακουστεί ποτέ, έχουν όμως ίσως διαβαστεί.

Σε μια συζήτηση γύρω από το βιβλίο και πώς μπορεί να περιγραφεί με απλά λόγια, κάποιος μου είπε “σαν τις Χίλιες και Μία Νύχτες”. Υπό την έννοια πως υπάρχουν ιστορίες η μία μες στην άλλη, ίσως. Κατά τα άλλα, δεν θα τολμούσα ποτέ να συγκρίνω τα δύο, ούτε έχουν οι δικές μου ιστορίες τον εκπληκτικό ερωτισμό της Ανατολής. Παρόλο που μπορεί να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους, νομίζω η φράση που αποδίδει ορθότερα το πνέυμα του βιβλίου είναι η ακόλουθη:

 “Όλα όσα μας συμβαίνουν, μόλις περάσει η στιγμή τους, είναι απλά ιστορίες, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο”.

Καλή ανάγνωση…

Α.Μ.

Μια-Δυο Ιστορίες για τον Παναγιώτη

Αυτές τις μέρες βρισκόμουν κάπου μεταξύ έλλειψης χρόνου και κωλυσιεργίας, μέχρι να πάρω απόφαση να γράψω το Παραμυθόγραμμα του μήνα. Συνήθως προσπαθώ να μην είναι μια ξερή λίστα με δρώμενα, αλλά να συνοδεύεται κι από μερικές κουβέντες, μερικές σκέψεις σχετικά με τα παραμύθια, τον κόσμο τους και τον δικό μας. Συχνά, η κούραση, η πίεση ή η ακεφιά δυσκολεύουν τις λέξεις να βγουν από μέσα μου, σαν να έχουν στερέψει, ενώ η μεγάλη χαρά ή η μεγάλη λύπη τις κάνουν να αναβλύζουν. Δυστυχώς, αυτή τη φορά τα λόγια έρχονται αβίαστα – δυστυχώς, γιατί μ’αυτά θα κατευοδώσω για τελευταία φορά κι εγώ τον Παναγιώτη Κούλελη, που ξεκίνησε το ταξίδι του για τη Χλωμή Ακτή…

Δεν μπορώ να να ισχυριστώ πως ήξερα καλά τον Παναγιώτη – σίγουρα πολύ λιγότερο από τους οικείους, τους κοντινούς του φίλους και άλλους πολλούς από το χώρο της μουσικής και της αφήγησης. Ωστόσο, τον Παναγιώτη και την Ανθή τους γνώρισα σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής μου κι έκτοτε, όσες φορές τους συνάντησα, έχουν καταγραφεί στο μυαλό μου υπό εκείνο το πρίσμα που κάνει τα πάντα πιο ζωηρόχρωμα και λαμπερά, το πρίσμα εκείνο που αντί να ακριβολογεί για το παρελθόν, κρατά τις εικόνες ζωντανές σε ένα αέναο παρόν. Αυτό κρατώ από τον Παναγιώτη, μερικές ιστορίες που θα μοιραστώ εδώ μαζί σας.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Είναι 2010 και δεν πάει πολύς καιρός που έχω χάσει την πίστη μου στην ανθρωπότητα, έχοντας κατόπιν περάσει περίπου ενάμισι χρόνο βαθιάς κατάθλιψης κλεισμένος στο σπίτι (εκτός από όταν ήταν απολύτως ανγκαίο να βγω για κάποια δουλειά). Κάπως, έχω βρεθεί στη Τζια, στην 8η Γιορτή Παραμυθιών κι είναι λες και άνοιξε ξαφνικά μια πόρτα για την Αυλή των Θαυμάτων. Ανάμεσα στους πολλούς ανθρώπους που βλέπω για πρώτη φορά να αφηγούνται, που γνωρίζω, που με καλωσορίζουν με μια πρωτόγνωρη, ανεπιτήδευτη οικειότητα, είναι μια μικροσκοπική κυρία και ο – φαινομενικά δίπλα της – γιγάντιος μουσικός που συνοδεύει τις αφηγήσεις της και μαζί τραγουδούν για τη θάλασσα, για ξωθιές και για δράκους – είναι η Ανθή και ο Παναγιώτης. Είναι τόσο διαφορετικοί, αλλά ταυτόχρονα σαν δυο εφαρμοστά κομμάτια παζλ κι έτσι όταν η Ανθή μου λέει: “Από ‘δω ο Παναγιώτης, ο σύντροφός μου στις αφηγήσεις και στη ζωή”, είναι μια από τις φορές σ’ εκείνο το ταξίδι που σκέφτομαι πως, τελικά, ίσως ο άξονας του κόσμου να είναι ακόμα στη θέση του.

Στο ίδιο εκείνο ταξίδι, ένα βράδυ καθόμαστε 4-5 νοματαίοι έξω από τον ξενώνα όπου φιλοξενούνται πολλοί από τους παραμυθάδες. Δεν θυμάμαι ποιοι άλλοι είναι εκεί αρχικά, αλλά βλέπω τον Παναγιώτη και τον Peter Chand να τα λένε εύθυμα και χειρονομώντας έντονα, παρόλο που ο Παναγιώτης δεν μιλάει γρυ Αγγλικά. Κάποια στιγμή ο Παναγιώτης μου φωνάζει: “Αντρέα, έλα μωρέ εδώ που τα μιλάς τα Εγγλέζικα να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε”. Λίγο αμήχανος αρχικά, πηγαίνω και πολύ σύντομα συνειδητοποιώ ότι οι δυο τους έχουν αρχίσει ν’ ανταλλάζουν πικάντικες ιστορίες και σόκιν ανέκδοτα! Μία λέει ο ένας, μία ο άλλος κι εγώ στη μέση να μεταφράζω, να  έχω αρχίσει να δακρύζω από τα γέλια, καθώς όλο και το χοντραίνουν, προσπαθώντας να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλο. Δεν περνάει πολλή ώρα πριν μαζευτεί κάμποσος κόσμος γύρω τους και κάποτε τη μεταφραστική σκυτάλη παίρνει η Βασιλεία Βαξεβάνη. Καθόμαστε εκεί ίσαμε 3 ώρες, πριν αφηγητές κι εθελοντές πείσουν τους εαυτούς τους να πάνε για ύπνο, για ν’ ανταπεξέλθουν στο βάρβαρο ξύπνημα της επόμενης μέρας.

Είναι 11 Φεβρουαρίου 2012 και είμαι μαθητής στη Σχολή Αφηγηματικής Τέχνης. Πλησιάζουν Απόκριες κι η Ανθή με τον Παναγιώτη έχουν έρθει στο Μουσείο Νεώτερης Κεραμεικής για να κάνουν την παράσταση “Φτου Πιπέρ: Λαϊκά Γαμοτράγουδα και Πιπεράτα Παραμύθια”. Έχω ξανακούσει τον Παναγιώτη να τραγουδάει και να παίζει διάφορα μουσικά όργανα, όμως είναι η πρώτυη φορά που τον βλέπω να χρησιμοποιεί τόσα διαφορετικά, με τόση μαεστρία και να ψέλνει ύμνους με… αλλαγμένα λόγια δίχως να τον πιάνουν χαχανητά. Σκέφτομαι, μεταξύ άλλων, πως αν δεν κινδύνευε να τον αφορίσει κανένας για τους στίχους, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ψάλτης. Η ευκολία με την οποία περνάει από το ένα στο άλλο, όργανα και τραγούδια, πρώτη φορά καθιστά τόσο σαφές στο μυαλό μου πόσο ταλαντούχα είναι αυτή η λαΙκή ψυχή.

Είναι Ιούλιος του 2012 και με τις συμμαθήτριες από τη Σχολή Αφηγηματικής Τέχνης είμαστε εθεολοντές στη 10η Γιορτή Παραμυθιών. Ο Παναγιώτης τραγουδάει κι η Ανθή αφηγείται στην έναρξη, στο Πνευματικό Κέντρο της Κορησσίας. Η Ανθή αφηγείται Χίλιες και Μία Νύχτες κι ο Παναγιώτης τη συνοδεύει με τη μουσική του, με φόντο τις πέτρες της Ιουλίδας. Ωστόσο, το πιο αξιομνημόνευτο σχετικά με τον Παναγιώτη γίνεται σε έναν πορτοκαλεώνα, όπου λαμβάνουν χώρα οι Κύκλοι Αφήγησης. Πηγαίνοντας από κύκλο σε κύκλο λέει τις πικάντικες ιστορίες του, κάνοντας τους πάντες να γελάνε και κάποτε έρχεται και κάθεται (σε μια καρέκλα που για κάποιο λόγο στη μνήμη μου θυμίζει θρόνο) στον multilingual κύκλο, όπου οι αφηγήσεις γίνονται ξενόγλωσσα. Αυτός ο φοβερός τύπος, ο Παναγιώτης Κούλελης, που πριν από δυο χρόνια με φώναξε να του μεταφράσω, κάθεται και λέει μια ιστορία στα Αγγλικά – όλοι τον καταλαβαίνουν και όλοι γελάνε κι εγώ θαυμάζω για μια ακόμη φορά τη δύναμη της ρήσης “δεν έχει σημασία τι λες, αλλά πώς το λες”.

Έτσι θυμάμαι τον Παναγιώτη – με μια σωρεία επιθέτων που μπορούν να συνοψιστούν σε μία και μόνο λέξη: “ψυχάρα”. Σε όσους και όσες τον ξέρετε, πιθανότατα πολύ καλύτερα απ’ ό,τι εγώ, δεν μπορώ να σας πω να μην κλάιτε. Έχουμε ανάγκη να κλαίμε, για να μην μένει μέσα μας μαζεμένη η πίκρα, να βγαίνει ρέοντας παρά να μένει και να σκληραίνει, σφίγγοντας τα σωθικά μας. Θέλω να πιστεύω όμως πως, στην άλλη άκρη αυτού του ταξιδιού, τον περιμένουν με πονηρά χαμόγελα οι Μουσικοί της Βρέμης, ο Ντέντε Κορκούτ και ο Κογιότ – ανάμεσα στα άλλα, ήταν πάντα και δικός τους.

Καλό Ταξίδι Παναγιώτη,

Α.Μ.

Υ.Γ. Παραμυθόγραμμα άλλη μέρα. Δεν μου πάει η καρδιά…

Μια Πένα Γεμάτη Δάκρυα

Επισήμως, αυτός πρέπει να είναι ο πιο emo (και επί της ουσίας ελληνικότερον, “κλαψιάρικος”) τίτλος που έχω δώσει ποτέ σε κείμενό μου, online ή μη (τουλάχιστον από τότε που σταμάτησα να γράφω φρικτά ποιήματα σε ακόμα πιο φρικτές γκόμενες, εδώ και περίπου μία δεκαετία). Είναι μια συνειδητή υπερβολή, η οποία εξυπηρετεί, πρώτον, τον ειρμό των σκέψεών μου, δεύτερον, το να τραβήξει την προσοχή.

Κατά καιρούς, έχω γράψει το παρελθόν ότι “οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να γράψουν, διότι είναι πολύ απασχολημένοι με το να είναι ευτυχισμένοι”. Η φράση αυτή, παρότι εύγλωττη, ακόμα περισσότερο δε στα Αγγλικά (“Happy people can’t write – they’re too busy being happy”.), είναι φυσικά ανακριβής. Καταρχήν, η φράση υπονοεί το “καλά”, ότι οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να γράψουν καλά, διότι όπως αποδεικνύουν περίτρανα τα social media και οι τόνοι συγγραφικών σκουπιδιών που κυκλοφορούν εκεί έξω, τυπικά το να γράψεις δεν απαιτεί τίποτα περισσότερο από χαρτί και μολύβι (άντε, υπολογιστή έστω).

2014-01-19 - [Alastair Slkatch by Tillinghast]

Αυτό βέβαια, με τη σειρά του, είναι επίσης αναληθές σε έναν βαθμό, όπως μου υπέδειξε πριν από αρκετό καιρό ο Phil Brucato (ανάμεσα σε πολλά άλλα, μια πό τις κεντρικές δημιουργικές δυνάμεις του MAGE: THE ASCENSION). Χαρακτηριστικά μου έγραψε: “Εγώ όμως είμαι ευτυχισμένος και νομίζω θα συμφωνήσεις ότι μπορώ να γράψω”. Ειδικά στο δεύτερο θα συμφωνήσω. Αναφορικά με το πρώτο, δεν έχω φυσικά τρόπο να το επιβεβαιώσω, αλλά γενικά τείνω να πιστεύω πως ο Brucato είναι από αυτούς τους ανθρώπους που δεν έχουν λόγο να προφασιστούν κάτι το οποίο δεν ισχύει, ειδικά κάτι που αφορά καθαρά στην  ψυχολογία τους. Στην πραγματικότητα, το αναφέρω εδώ απλώς ως αντιπαράδειγμα στην “δήλωσή” μου, διότι προφανώς υπάρχουν εκεί έξω καλοί συγγραφείς που δεν είναι δυστυχισμένοι, καθώς φυσικά και αυτοί που θεωρούν τη δυστυχία (ή την επίφασή της) αυτοσκοπό στα γραπτά τους.

Ας το δοκιμάσω λοιπον αλλιώς – ανάμεσα στις ιδιαίτερες ψυχολογικές καταστάσεις, στις οποίες μπορεί να βρεθεί κανείς (άνευ χημικών ουσιών) όταν του χτυπά την πόρτα η έμπνευση, πιστεύω πως το έλειμμα ευτυχίας (που δεν ισοδυναμεί αναγκαστικά με δυστυχία) είναι ίσως η ισχυρότερη. Πέρα από το πώς και πότε γράφω εγώ, το βλέπω πολύ συχνά και στις ιστορίες που θεωρώ αξιόλογες, που αγγίζουν τους ανθρώπους σε βάθος χρόνου, μερικές μάλιστα που αγίζουν τους ανθρώπους από τα βάθη του χρόνου. Gilgamesh, Mahabharata, Ιλιάδα, Οδύσσεια, Saiyuki Monogatari, ο Κύκλος του Ulster (οι περιπέτειες και ο θάνατος του Cu Chulainn), η Edda (η δημιουργία και η καταστροφή του κόσμου και των θεών του, κατά τη νορβηγική παράδοση)  και όσα ακόμα έπη μπορεί να απαριθμήσει κανείς – όλα έχουν πάρα πολλά κοινά στοιχεία στο επίπεδο του ηρωισμού, των χαρακτήρων που ξεπερνούν το ανθρώπινο και περισσότερα “μορφολογικά, πραγματολογικά κλπ. κλπ.” στοιχεία από όσα μπορεί να απαριθμήσει κανείς μέσα σε λίγες αράδες.

2014-01-19 - Gilgamesh Cries for Enkidu [Ludmila Zeman, 1993]

Ωστόσο, αυτό που καμιά φορά ξεχνά κανείς, είναι το γεγονός ότι η θλίψη, τα δάκρυα με τα οποία είναι ποτισμένες αυτές οι ιστορίες, είναι ευθέως ανάλογα με το μέγεθος των χαρακτήρων τους. Αντλώντας από τα δικά μας, πόσο δυνατή είναι η σκηνή στο λαμπρό παλάτι του Μενέλαου, όπου ο τελευταίος Μέγας Βασιλέας των Αργείων, η Ωραία Ελένη και ο Τηλέμαχος κλαίνε γοερά για τον Οδυσσέα μέσα στην περίλαμπρη αίθουσα; Πώς έρχεται, στην ίδια σκηνή, δεύτερο καρφί ο θρήνος του Πεισίστρατου, γιου του Νέστορα, για τον αδελφό του, τον Αντίλοχο, που πέθανε στην Τροία δίχως να τον γνωρίσει – ο μόνος Αχαιός ήρωας που είχε το προσωνύμιο “άψεγος”; Δεν είναι απλά ένας ηρωικός αδελφός που δεν γνώρισε ποτέ, αλλά και μια σκιά κάτω από την οποία δεν θα μπορέσει ποτέ να βγει. Αλλού, πόσο οικεία είναι η μοναξιά του Οδυσσέα καθώς όλοι καλοπερνάνε στο παλάτι του Αντίνοου, Βασιλιά των Φαιάκων (το πιο κοντινό των Αρχαίων Ελλήνων σε Ξωτικά) και ο ίδιος πνίγεται από το κλάμα δίχως να τον βλέπει κανείς, διότι οι ηρωικές ιστορίες που αφηγείται ο Δημόδοκος αποτελούν θύμηση όλων των νεκρών του συντρόφων και των δικών του βασάνων;

2014-01-19 - King Conan - Hour of the DragonΣας διαβεβαιώ ότι ανάλογης δύναμης θρηνητικές σκηνές βρίσκονται σε όλες τις σπουδαίες ιστορίες του κόσμου, στις ιστορίες που έβαλαν τα θεμέλια για όλες, μα όλες τις ιστορίες, όχι μόνο που λέμε, αλλά που είναι δυνατόν να πούμε. Μπορεί να είναι ιστορίες γεμάτες θεούς και ανθρώπους κοντά στους θεούς, αλλά η θλίψη τους δεν είναι απλά ανθρώπινη – είναι τελείως, μα τελείως προσωπική, σαν να ήτανε δική μας. Αυτά ήταν πράγματα που τα καταλάβαιναν άνθρωποι όπως ο Robert E. Howard και δεν έκανε καμία προσπάθεια να το κρύψει, όταν έγραφε στην εισαγωγή του PHOENIX ON THE SWORD (1932):

“Hither came Conan the Cimmerian, black-haired, sullen-eyed, sword in hand, a thief, a reaver, a slayer, with gigantic melancholies and gigantic mirth, to tread the jeweled thrones of the Earth under his sandalled feet”.

“Με γιγάντια μελαγχολία και γιγάντια ευδιαθεσία”. Ο Conan του Howard, συχνά μνημονευόμενος με το τρίπτυχο “σφαγή, γυναίκες, πλιάτσικο” δεν θα ήταν τόσο αξιομνημόνευτος αν δεν υπέφερε από τη γιγάντια μελαγχολία που τον έκαναν να ξεχνά τα – συχνά όχι ηρωικά – του κατορθώματα. Ανά τα χρόνια ο Conan θρήνησε σχεδόν όλους τους συντρόφους του και αμφότερες τις  γυναίκες που αγάπησε πραγματικά.

Στην πιο σύγχρονη εποχή, ο George R.R. Martin έχει αναγάγει σε τέχνη τον θρήνο της απώλειας – είτε θρηνούν οι χαρακτήρες, είτε οι αναγνώστες.

Κάπως έτσι επιστρέφω εκεί απ’ όπου ξεκίνησα, στη σχέση που έχει η έλλειψη ευτυχίας με το γράψιμο. Έχω διαπιστώσει ότι, προσωπικά, κατά κανόνα δεν μπορώ να γράψω τίποτα (που να θεωρώ αξιόλογο τουλάχιστον) όταν είμαι χαρούμενος. Το μυαλό μου είναι σκόρπιο, τα συστατικά που χρησιμοποιώ ανούσια κι εφήμερα – και εκτός αν έχω κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να παραδώσω, δεν πολυσκοτίζομαι και απλά το αφήνω με τη χιλιοφθαρμένη ρήση: “άστο μωρέ – όταν είναι να έρθει, θα έρθει”. Αναμενόμενα, όπως η νύχτα ακολουθεί τη μέρα, έρχεται – και δεν έχει τίποτα το ελαφρύ.

Η μόνη εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα ήταν τα δύο χρόνια που πέρασα με τις συμμαθήτριές μου στη Σχολή Αφήγησης, αλλά αυτό, όπως ενδεχομένως να γνωρίζετε, είναι μια τελέιως διαφορετική ιστορία.

2014-01-19 - Books of Magic - DeathΟι ιστορίες μου δεν έχουν ευτυχισμένο τέλος, διότι δεν πιστέυω στο ευτυχισμένο τέλος. Ευτυχισμένη στιγμή; Ευτυχής συγκυρία; Έξαρση ευτυχίας; Εντάξει – γιατί όχι; Αλλά ευτυχισμένο τέλος; Είναι, κατά τη γνώμη μου, μια λανθασμένη αντίληψη – το τέλος (διότι στα παραμύθια δεν είναι απλά ένα τέλος, αλλά ΤΟ τέλος) δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευτυχισμένο ή όχι. Στο τέλος οδηγούμαστε μέσα από μια σειρά αιτίων και αποτελεσμάτων, δυνατών επιλογών και αποφάσεων – σπάνια όμως το ίδιο το τέλος είναι η ευτυχία ή η δυστυχία. Μπορεί να είναι μια ελπίδα, μια υπόσχεση, μια τιμωρία, συνηθέστερα ο θάνατος. Τελικά το ερώτημα είναι αν στο δρόμο ξεπληρώθηκαν όλα τα χρέη, αν διατηρήθηκε η ισορροπία και εάν,  ο τρόπος με τον οποίο έγιναν όλα αυτά, μας ικανοποιεί, ασχέτως αν νοιώθουμε χαρά η θλίψη στο άκουσμά τους. Γι’ αυτό μου αρέσουν ιστορίες όπως “Ο Ευγνώμονας Νεκρός” και “Τα Γυάλινα Βουνά και οι Κοκαλένιοι Κάμποι”.

Το πρόβλημα με τους ανθρώπους, σε αντίθεση με τις ιστορίες, είναι ότι πάσχουν από έλειμμα ισορροπίας. Είναι ένα πράγμα να είναι κανείς θλιμμένος ή να υποφέρει από μελαγχολία και ένα τελείως διαφορετικό πράγμα να τον έχει καταβάλει η κατάθλιψη. Όταν λέω “κατάθλιψη”, δεν μιλάω φυσικά για αυτές τις ανθρώπινες καρικατούρες που τη λανσάρουν ως μέρος της εκάτοτε “μόδας”, αλλά για εκείνο το αλλόκοτο πλάσμα που φαίνεται να κυριεύει το στρώμα, το μαξιλάρι, τα σεντόνια και το πάπλωμα – από αντικείμενα ηρεμίας και ξεκούρασης, τα μετατρέπει σε ένα γιγάντιο στόμα δίχως δόντια, που πιέζει το κορμί με τον ουρανίσκο και τα ούλα, συνθλίβοντας αργά και ακατάπαυστα τα οστά εκείνου που βρίσκεται μέσα του. Όσο οι ώρες του ύπνου αυξάνονται, το ίδιο κάνει και η κόπωση, αρχικά ψυχολογική, αργότερα σωματική, με το σαρκίο του κατεθλιμμένου να πονά σαν να τον έχουν χτυπήσει.

2014-01-19 - Hanging Tree

Θλίψη, κατάθλιψη, σύνθλιψη. Δεν είναι σύμπτωση και τότε εύχεσαι να είχες μια πένα γεμάτη δάκρυα, μήπως και μπορέσεις να τρυπήσεις το κενό ανάμεσα στα πλευρά σου για να αναπνεύσεις.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Γιατί πιέζουν το κρανίο μου από μέσα, για όποιον ή όποια βλέπουν τον εαυτό τους στις ίδιες αυτές γραμμές, για όσους έχουν γύρω τους και τους βλέπουν, παρόλο που οι ίδιοι νοιώθουν αόρατοι, όπως ο Conor στο A MONSTER CALLS. Εδώ που τα λέμε, αφορμή για το παρόν κείμενο υπήρξε εκείνο το βιβλίο, αλλά τελικά δεν χωράει κι αυτό εδώ. Δεν πειράζει – την επόμενη φορά.

Ungulae noctem,

Α.Μ.

Epicτάφιος τη Μεγάλη Παρασκευή!

Nekromanteion - Mod

Με αφορμή τη Μεγάλη Παρασκευή (3 Μαΐου), αύριο όσοι πιστοί (pun intended) θα μαζευτούμε κατά τις 17:30 στο δρόμο που ανεβαίνει στο λόφο του Φιλοπάππου (πεζόδρομος που οδηγεί στον Άγιο Δημήτριο τον Λουμπαρδιάρη – γωνία Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Αποστόλου Παύλου, πλησιέστερος Σταθμός Μετρό: “Ακρόπολη”). Θα βρούμε ένα ωραίο σημείο, θα απλώσουμε την αρίδα μας, θα πούμε και θα ακούσουμε ιστορίες, ποιήματα και τραγούδια του Κάτω Κόσμου. Αν έχει Άδη, Irkalla, Hel, Κόλαση (έστω Καθαρτήριο) και άλλα τινά μέρη που βαδίζουν οι σκιές (κι ενίοτε ξεροκέφαλοι ήρωες), είναι μέσα και ευπρόσδεκτο (οξύμωρο, το ξέρω).

Για όποια ερώτηση, στη Μάνια Μαράτου στο Μυθολόγιο.

Omnes relinquite spes, o vos intrantes,

Α.Μ.

%d bloggers like this: