Παραμυθόγρρρ- Όπα, Λάθος!

Αγαπητοί  (και αγαπητές) μου, ελπίζω αυτό εδώ το post να σας βρίσκει, στο μέτρο του δυνατού, καλά, δημιουργικά ή τουλάχιστον ελπιδοφόρα. ελπίαζω να ακούτε ειδήσεις, να απρακολουθείτε τον Σαμαρά και να αναλύετε με τη δέσουσα προσοχή αυτά που πραγματικά λέει και να κατανοείτε την άμεση ανάγκη να πέσει αυτή η κυβέρνηση, περίπου πλέον με κάθε κόστος. Αν ο Έλληνας δεν έχει καταλάβει πλέον τι του λένε, πώς του το λένε και σε τι βαθμό τον κοροϊδεύουν, είναι άξιος της τύχης του κι αυτή η έρημη χώρα ας ερημώσει πια, δίχως να μείνει άνθρωπος κανείς, εκτός από τους τουρίστες το καλοκαίρι. άλλωστε έχει συχνά ειπωθεί πως το πρόβλημα της Ελλάδας είναι οι πολλοί Έλληνες.

Δεν θα επεκταθώ στο παραπάνω. Είναι όσο σαφές επιτρέπω στον εαυτό μου και ο νοών νοείτω.  Από άποψη θυμικού, διατελώ μετρίως, όμως βρίσκω πλέον λίγο γραφικό ν’ αρχίσω πάλι να ωρύομαι για πράγματα που κατά περίπτωση δεν ελέγχω και σίγουρα δεν μπορείτε να ελέγξετε εσείς. Δεν έχω την παραμικρή ιδέα πότε και εάν θα βελτιωθούν, έστω προς ώρας τα πράγματα, πότε θα φύγει αυτή η περιρέουσα κούραση και σταθερής περιοδικότητας μιζέρια.

2014-10-12 - Book of Destiny Mod

Τον προηγούμενο μήνα, το Παραμυθόγραμμα έκλεισε τα τρία του χρόνια από τότε που το ξεκίνησα, τον Σεπτέμβριο του 2011, όταν επρόκειτο να ξεκινήσω τη Σχολή Αφηγηματικής Τέχνης του Κέντρου Μελέτης και Διάδοσης Μύθων και Παραμυθιών. Αν διαβάσετε εκείνο το άρθρο, θα δείτε πως τελικά τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ, με τη διαφορά ότι εκείνο το ταξίδι τελείωσε, ότι πολλές από τις (έστω με τη βία της αυτοκυριαρχίας) περιορισμένες ελπίδες μου διαψεύστηκαν κι ότι  στο τέλος εκείνου του ταξιδιού κατέληξα – όπως λέει ο Andy Lane για τον νεαρό Sherlock Holmes στο επίλογο του πέμπτου βιβλίου, ΤΟ ΔΑΓΚΩΜΑ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ – “μεγαλύτερος, σοφότερος και πολύ πιο μελαγχολικός“.

Όπως έχω αναφέρει τον τελευταίο καιρό, υπάρχουν ορισμένα πράγματα που τέθηκαν σε κίνηση πριν από μήνες και μέσα στον τρέχοντα μήνα θ’ ανακοινωθούν επισήμως, με την προϋπόθεση να μην πάει κάτι άλλο (πολύ) στραβά. Ωστόσο, οι ανάγκες τους σε χρόνο, ενέργεια και διάθεση, σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις για τις οποίες συνηθίζω να τρέχω, βρίσκονται στο όριο που σπάει τη ράχη της καμήλας. Μπορεί ορισμένα από τα “καθήκοντα” που θέτω στον εαυτό μου να είναι προσωπικές επιλογές, όμως αυτό δεν σημαίνει πως δεν με τρώει το μέσα μου όταν αποτυγχάνω να τα φέρω εις πέρας. Έτσι, προκειμένου να διατηρήσω μια εσωτερική συνοχή, πρέπει να αφήσω ορισμένα πράγματα κατά μέρος, ευθέως κι εντίμως.

Έτσι, αυτό είναι το τελευταίο Παραμυθόγραμμα που αναρτώ εδώ, ή πιο σωστά ο επίλογος στο Παραμυθόγραμμα, καθότι το παρόν post δεν έχει λίστα εκδηλώσεων. Λυπάμαι πραγματικά, όμως δεν μπορώ να το θέσω πιο απλά ή με περισσότερη ειλικρίνεια. Θέλω να σας ευχαριστήσω όλους και όλες που το παρακολουθούσατε αυτά τα τρία χρόνια, βοηθώντας με σε πολλές περιπτώσεις να το βελτιώσω. Οι τακτικοί αναγνώστες πλέον (πρέπει λογικά) να) γνωρίζετε άλλα μέρη όπου μπορείτε να ενημερώνεστε, όπως το Sorytelling.GR, το Codex Monstrorum, η ΑΧΕΛΩΝΑ της Μαρίας Παπανικολάου και το site του Κέντρου. Επίσης πάρα πολλοί αφηγητές έχουν προσωπικά site, blog και σελίδες στο Facebook, όπου αναρτούν τις εκδηλώσεις τους, οπότε σας προτρέπω να δικτυωθείτε μαζί τους.

Δεν θέλω να κλείσω απαισιόδοξα, οπότε σας ενημερώνω από τώρα πως είναι πιθανό να ξαναδείτε το Παραμυθόγραμμα αλλού, υπό λίγο διαφορετική μορφή, όμως αυτό δεν έχω την παραμικρή ιδέα πόσο άμεσα (ή όχι) θα γίνει. Να είστε σίγουροι πάντως πως σε μια τέτοια περίπτωση, θα ενημερώσω πάραυτα.

2014-10-12 - Runecaster

Να είστε καλά, ν’ ακούτε ιστορίες,να λέτε ιστορίες, να κρατιέστε όρθιοι μεταξύ σας κι αν σταθεί χρεία, να βουτηχτείτε στο αίμα των εχθρών σας.

Καλό συναπάντημα,

Α.Μ.

Μια Πένα Γεμάτη Δάκρυα

Επισήμως, αυτός πρέπει να είναι ο πιο emo (και επί της ουσίας ελληνικότερον, “κλαψιάρικος”) τίτλος που έχω δώσει ποτέ σε κείμενό μου, online ή μη (τουλάχιστον από τότε που σταμάτησα να γράφω φρικτά ποιήματα σε ακόμα πιο φρικτές γκόμενες, εδώ και περίπου μία δεκαετία). Είναι μια συνειδητή υπερβολή, η οποία εξυπηρετεί, πρώτον, τον ειρμό των σκέψεών μου, δεύτερον, το να τραβήξει την προσοχή.

Κατά καιρούς, έχω γράψει το παρελθόν ότι “οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να γράψουν, διότι είναι πολύ απασχολημένοι με το να είναι ευτυχισμένοι”. Η φράση αυτή, παρότι εύγλωττη, ακόμα περισσότερο δε στα Αγγλικά (“Happy people can’t write – they’re too busy being happy”.), είναι φυσικά ανακριβής. Καταρχήν, η φράση υπονοεί το “καλά”, ότι οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να γράψουν καλά, διότι όπως αποδεικνύουν περίτρανα τα social media και οι τόνοι συγγραφικών σκουπιδιών που κυκλοφορούν εκεί έξω, τυπικά το να γράψεις δεν απαιτεί τίποτα περισσότερο από χαρτί και μολύβι (άντε, υπολογιστή έστω).

2014-01-19 - [Alastair Slkatch by Tillinghast]

Αυτό βέβαια, με τη σειρά του, είναι επίσης αναληθές σε έναν βαθμό, όπως μου υπέδειξε πριν από αρκετό καιρό ο Phil Brucato (ανάμεσα σε πολλά άλλα, μια πό τις κεντρικές δημιουργικές δυνάμεις του MAGE: THE ASCENSION). Χαρακτηριστικά μου έγραψε: “Εγώ όμως είμαι ευτυχισμένος και νομίζω θα συμφωνήσεις ότι μπορώ να γράψω”. Ειδικά στο δεύτερο θα συμφωνήσω. Αναφορικά με το πρώτο, δεν έχω φυσικά τρόπο να το επιβεβαιώσω, αλλά γενικά τείνω να πιστεύω πως ο Brucato είναι από αυτούς τους ανθρώπους που δεν έχουν λόγο να προφασιστούν κάτι το οποίο δεν ισχύει, ειδικά κάτι που αφορά καθαρά στην  ψυχολογία τους. Στην πραγματικότητα, το αναφέρω εδώ απλώς ως αντιπαράδειγμα στην “δήλωσή” μου, διότι προφανώς υπάρχουν εκεί έξω καλοί συγγραφείς που δεν είναι δυστυχισμένοι, καθώς φυσικά και αυτοί που θεωρούν τη δυστυχία (ή την επίφασή της) αυτοσκοπό στα γραπτά τους.

Ας το δοκιμάσω λοιπον αλλιώς – ανάμεσα στις ιδιαίτερες ψυχολογικές καταστάσεις, στις οποίες μπορεί να βρεθεί κανείς (άνευ χημικών ουσιών) όταν του χτυπά την πόρτα η έμπνευση, πιστεύω πως το έλειμμα ευτυχίας (που δεν ισοδυναμεί αναγκαστικά με δυστυχία) είναι ίσως η ισχυρότερη. Πέρα από το πώς και πότε γράφω εγώ, το βλέπω πολύ συχνά και στις ιστορίες που θεωρώ αξιόλογες, που αγγίζουν τους ανθρώπους σε βάθος χρόνου, μερικές μάλιστα που αγίζουν τους ανθρώπους από τα βάθη του χρόνου. Gilgamesh, Mahabharata, Ιλιάδα, Οδύσσεια, Saiyuki Monogatari, ο Κύκλος του Ulster (οι περιπέτειες και ο θάνατος του Cu Chulainn), η Edda (η δημιουργία και η καταστροφή του κόσμου και των θεών του, κατά τη νορβηγική παράδοση)  και όσα ακόμα έπη μπορεί να απαριθμήσει κανείς – όλα έχουν πάρα πολλά κοινά στοιχεία στο επίπεδο του ηρωισμού, των χαρακτήρων που ξεπερνούν το ανθρώπινο και περισσότερα “μορφολογικά, πραγματολογικά κλπ. κλπ.” στοιχεία από όσα μπορεί να απαριθμήσει κανείς μέσα σε λίγες αράδες.

2014-01-19 - Gilgamesh Cries for Enkidu [Ludmila Zeman, 1993]

Ωστόσο, αυτό που καμιά φορά ξεχνά κανείς, είναι το γεγονός ότι η θλίψη, τα δάκρυα με τα οποία είναι ποτισμένες αυτές οι ιστορίες, είναι ευθέως ανάλογα με το μέγεθος των χαρακτήρων τους. Αντλώντας από τα δικά μας, πόσο δυνατή είναι η σκηνή στο λαμπρό παλάτι του Μενέλαου, όπου ο τελευταίος Μέγας Βασιλέας των Αργείων, η Ωραία Ελένη και ο Τηλέμαχος κλαίνε γοερά για τον Οδυσσέα μέσα στην περίλαμπρη αίθουσα; Πώς έρχεται, στην ίδια σκηνή, δεύτερο καρφί ο θρήνος του Πεισίστρατου, γιου του Νέστορα, για τον αδελφό του, τον Αντίλοχο, που πέθανε στην Τροία δίχως να τον γνωρίσει – ο μόνος Αχαιός ήρωας που είχε το προσωνύμιο “άψεγος”; Δεν είναι απλά ένας ηρωικός αδελφός που δεν γνώρισε ποτέ, αλλά και μια σκιά κάτω από την οποία δεν θα μπορέσει ποτέ να βγει. Αλλού, πόσο οικεία είναι η μοναξιά του Οδυσσέα καθώς όλοι καλοπερνάνε στο παλάτι του Αντίνοου, Βασιλιά των Φαιάκων (το πιο κοντινό των Αρχαίων Ελλήνων σε Ξωτικά) και ο ίδιος πνίγεται από το κλάμα δίχως να τον βλέπει κανείς, διότι οι ηρωικές ιστορίες που αφηγείται ο Δημόδοκος αποτελούν θύμηση όλων των νεκρών του συντρόφων και των δικών του βασάνων;

2014-01-19 - King Conan - Hour of the DragonΣας διαβεβαιώ ότι ανάλογης δύναμης θρηνητικές σκηνές βρίσκονται σε όλες τις σπουδαίες ιστορίες του κόσμου, στις ιστορίες που έβαλαν τα θεμέλια για όλες, μα όλες τις ιστορίες, όχι μόνο που λέμε, αλλά που είναι δυνατόν να πούμε. Μπορεί να είναι ιστορίες γεμάτες θεούς και ανθρώπους κοντά στους θεούς, αλλά η θλίψη τους δεν είναι απλά ανθρώπινη – είναι τελείως, μα τελείως προσωπική, σαν να ήτανε δική μας. Αυτά ήταν πράγματα που τα καταλάβαιναν άνθρωποι όπως ο Robert E. Howard και δεν έκανε καμία προσπάθεια να το κρύψει, όταν έγραφε στην εισαγωγή του PHOENIX ON THE SWORD (1932):

“Hither came Conan the Cimmerian, black-haired, sullen-eyed, sword in hand, a thief, a reaver, a slayer, with gigantic melancholies and gigantic mirth, to tread the jeweled thrones of the Earth under his sandalled feet”.

“Με γιγάντια μελαγχολία και γιγάντια ευδιαθεσία”. Ο Conan του Howard, συχνά μνημονευόμενος με το τρίπτυχο “σφαγή, γυναίκες, πλιάτσικο” δεν θα ήταν τόσο αξιομνημόνευτος αν δεν υπέφερε από τη γιγάντια μελαγχολία που τον έκαναν να ξεχνά τα – συχνά όχι ηρωικά – του κατορθώματα. Ανά τα χρόνια ο Conan θρήνησε σχεδόν όλους τους συντρόφους του και αμφότερες τις  γυναίκες που αγάπησε πραγματικά.

Στην πιο σύγχρονη εποχή, ο George R.R. Martin έχει αναγάγει σε τέχνη τον θρήνο της απώλειας – είτε θρηνούν οι χαρακτήρες, είτε οι αναγνώστες.

Κάπως έτσι επιστρέφω εκεί απ’ όπου ξεκίνησα, στη σχέση που έχει η έλλειψη ευτυχίας με το γράψιμο. Έχω διαπιστώσει ότι, προσωπικά, κατά κανόνα δεν μπορώ να γράψω τίποτα (που να θεωρώ αξιόλογο τουλάχιστον) όταν είμαι χαρούμενος. Το μυαλό μου είναι σκόρπιο, τα συστατικά που χρησιμοποιώ ανούσια κι εφήμερα – και εκτός αν έχω κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να παραδώσω, δεν πολυσκοτίζομαι και απλά το αφήνω με τη χιλιοφθαρμένη ρήση: “άστο μωρέ – όταν είναι να έρθει, θα έρθει”. Αναμενόμενα, όπως η νύχτα ακολουθεί τη μέρα, έρχεται – και δεν έχει τίποτα το ελαφρύ.

Η μόνη εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα ήταν τα δύο χρόνια που πέρασα με τις συμμαθήτριές μου στη Σχολή Αφήγησης, αλλά αυτό, όπως ενδεχομένως να γνωρίζετε, είναι μια τελέιως διαφορετική ιστορία.

2014-01-19 - Books of Magic - DeathΟι ιστορίες μου δεν έχουν ευτυχισμένο τέλος, διότι δεν πιστέυω στο ευτυχισμένο τέλος. Ευτυχισμένη στιγμή; Ευτυχής συγκυρία; Έξαρση ευτυχίας; Εντάξει – γιατί όχι; Αλλά ευτυχισμένο τέλος; Είναι, κατά τη γνώμη μου, μια λανθασμένη αντίληψη – το τέλος (διότι στα παραμύθια δεν είναι απλά ένα τέλος, αλλά ΤΟ τέλος) δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευτυχισμένο ή όχι. Στο τέλος οδηγούμαστε μέσα από μια σειρά αιτίων και αποτελεσμάτων, δυνατών επιλογών και αποφάσεων – σπάνια όμως το ίδιο το τέλος είναι η ευτυχία ή η δυστυχία. Μπορεί να είναι μια ελπίδα, μια υπόσχεση, μια τιμωρία, συνηθέστερα ο θάνατος. Τελικά το ερώτημα είναι αν στο δρόμο ξεπληρώθηκαν όλα τα χρέη, αν διατηρήθηκε η ισορροπία και εάν,  ο τρόπος με τον οποίο έγιναν όλα αυτά, μας ικανοποιεί, ασχέτως αν νοιώθουμε χαρά η θλίψη στο άκουσμά τους. Γι’ αυτό μου αρέσουν ιστορίες όπως “Ο Ευγνώμονας Νεκρός” και “Τα Γυάλινα Βουνά και οι Κοκαλένιοι Κάμποι”.

Το πρόβλημα με τους ανθρώπους, σε αντίθεση με τις ιστορίες, είναι ότι πάσχουν από έλειμμα ισορροπίας. Είναι ένα πράγμα να είναι κανείς θλιμμένος ή να υποφέρει από μελαγχολία και ένα τελείως διαφορετικό πράγμα να τον έχει καταβάλει η κατάθλιψη. Όταν λέω “κατάθλιψη”, δεν μιλάω φυσικά για αυτές τις ανθρώπινες καρικατούρες που τη λανσάρουν ως μέρος της εκάτοτε “μόδας”, αλλά για εκείνο το αλλόκοτο πλάσμα που φαίνεται να κυριεύει το στρώμα, το μαξιλάρι, τα σεντόνια και το πάπλωμα – από αντικείμενα ηρεμίας και ξεκούρασης, τα μετατρέπει σε ένα γιγάντιο στόμα δίχως δόντια, που πιέζει το κορμί με τον ουρανίσκο και τα ούλα, συνθλίβοντας αργά και ακατάπαυστα τα οστά εκείνου που βρίσκεται μέσα του. Όσο οι ώρες του ύπνου αυξάνονται, το ίδιο κάνει και η κόπωση, αρχικά ψυχολογική, αργότερα σωματική, με το σαρκίο του κατεθλιμμένου να πονά σαν να τον έχουν χτυπήσει.

2014-01-19 - Hanging Tree

Θλίψη, κατάθλιψη, σύνθλιψη. Δεν είναι σύμπτωση και τότε εύχεσαι να είχες μια πένα γεμάτη δάκρυα, μήπως και μπορέσεις να τρυπήσεις το κενό ανάμεσα στα πλευρά σου για να αναπνεύσεις.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Γιατί πιέζουν το κρανίο μου από μέσα, για όποιον ή όποια βλέπουν τον εαυτό τους στις ίδιες αυτές γραμμές, για όσους έχουν γύρω τους και τους βλέπουν, παρόλο που οι ίδιοι νοιώθουν αόρατοι, όπως ο Conor στο A MONSTER CALLS. Εδώ που τα λέμε, αφορμή για το παρόν κείμενο υπήρξε εκείνο το βιβλίο, αλλά τελικά δεν χωράει κι αυτό εδώ. Δεν πειράζει – την επόμενη φορά.

Ungulae noctem,

Α.Μ.

Παραμυθόγραμμα Ιανουαρίου 2014 και Σκέψεις για τον Χρόνο

Καλημέρα σας και κατ’ αρχήν, να σας ευχηθώ καλή χρονιά – ειδικότερα, καλύτερη από την προηγούμενη. Μπορεί η αλλαγή να σας βρήκε καλά, μπορεί όχι τόσο καλά, μπορεί… απολύτως συνηθισμένα, παρόλο που ο κόσμος νοιώθει γενικά την ανάγκη είτε να βρίσκεται στριμωμγμένος σε κάποιον εορτασμό, είτε να κάνει κάτι που θα σηματοδοτήσει πώς θα είναι η υπόλοιπη χρονιά του – “όπως σε βρει ο χρόνος, έτσι θα τον περάσεις”.

2014-01-02 - Frost Giant by Unknown

* ΠΡΟΣΟΧΗ: Ακολουθεί εκτεταμένη έκθεση σκέψεων – όποιος δεν ενδιαφέρεται, πάει στο τέλος του κειμένου όπου βρίσκεται το Παραμυθόγραμμα *

Όσοι με γνωρίζουν, ξέρουν ότι δεν είμαι ιδιαίτερα δεισιδαίμων (παρόλο που η ευρύτερη ανασφάλεια των τελευταίων χρόνων το έχει αλλάξει αυτό σε έναν μικρό, σχετικά ασήμαντο βαθμό). Ωστόσο, φέτος βρέθηκα κατά σύμπτωση να περιμένω την αλλαγή μόνος στο σπίτι, οπότε βάλθηκα να μεταφράζω μισή ώρα πριν την αλλαγή, μέχρι μισή ώρα μετά, μπας και πείσω τον εαυτό μου να είναι λίγο πιο συνεπής με τις προθεσμίες της δουλειάς. Η αυθυποβολή κάνει θαύματα.

Τις τελευταίες μέρες έχω βρεθεί με αρκετούς φίλους και έχω κάνει αρκετές συζητήσεις που δεν συνηθίζω (πολιτικά στις 5:00 η ώρα το πρωί, για παράδειγμα). Ακούω αντικρουόμενες γνώμες, βλέπω φοβερή σύγχυση, βαθιά οργή, αλλόκοτη αισιοδοξία και απαισιοδοξία, εσωτερική, εξωτερική, σε κάθε δυνατό συνδυασμό. Από την άλλη, ειδικα στις γιορτές βλέπω όλη αυτή την ευχολογία και πάρα πολύ συχνά είναι σαφές ότι οι ευχές είναι αυτοαναφορικές, ακόμα και όταν απευθύνονται σε άλλους, ή τόσο γενικές που υποδηλώνουν την ελπίδα για μια “θεϊκή” (αντικαταστήστε με ό,τι προτιμάτε εδώ) παρέμβαση στα πάμπολλα προβλήματα  που μας κατακλύζουν.

Όλα αυτά τα κατανοώ και πολύ συχνά συμμετέχω σε αυτά, καθαρά διότι δεν θεωρώ ότι οι προσωπικές μου αντιλήψεις οφείλουν να τινάζονται στη μούρη του καθενός, στο όνομα κάποιας εσωτερικής εντιμότητας. Οι κοινωνικές συμβάσεις, που είτε κυριαρχούν, είτε δαιμονοποιούνται απόλυτα (συχνά δε, και τα δύο ταυτόχρονα), είναι η μοναδική λειτουργική μας ψευδαίσθηση ότι κάπως διαφέρουμε από τα υπόλοιπα ζώα. Προσωπικά δεν πιστεύω στην εγγενή καλοσύνη ή κακία των ανθρώπων. Όπως για όλα τα ζώα, οι βασικές κινητήριες δυνάμεις του ανθρώπου είναι η επιβίωση και η αναπαραγωγή. Όλα τα υπόλοιπα, καλά ή άσχημα, είναι τεχνητά κατασκευάσματα – το ότι ζούμε σε σπηλιές με θέρμανση και τρεχούμενο νερό, δεν σημαίνει ότι δεν παραμένουν σπηλιές ή ότι δεν παραμένουμε φυλές (και εννοώ σε μικροκλίμακα, όχι τον ανθρωπολογικό διαχωρισμό σε Καυκάσιους, Ασιάτες κλπ.).

Κατά συνέπεια και δεδομένου του πόσο λίγο χρόνο βρισκόμαστε πάνω σε αυτόν τον μικρό πλανήτη σαν είδος, είναι παράδοξο να μιλάει κανείς για “εξέλιξη”, πρόοδο” και άλλες τέτοιες χαριτωμένες λέξεις. Η ζωή στη Γη έχει ηλικία 3,6 δισεκατομμύρια χρόνια. Η εμφάνιση του “ανατομικά σύγχρονου ανθρώπου” χρονολογείται πριν από 200 χιλιάδες χρόνια. Ο χρόνος μας επί Γης αντισχτοιχεί σε 55 εκατομμυριοστά της ηλικίας των πρώτων ζωντανών οργανισμών – είναι αδύνατο να αντιληφθούμε εμπειρικά την ουσία της εξέλιξης στα ανθρώπινα πλαίσια, τη στιγμή που κάθε εξελικτικό ορόσημο απέχει τουλάχιστον μερικές δεκάδες εκατομμύρια χρόνια από το άλλο.

Στην γήινη – ούτε καν στην συμπαντική – κλίμακα των πραγμάτων, δεν είμαστε ούτε η φωτιά ενός σπίρτου – μάλλον πιο κοντά στη φευγαλέα σπίθα που πετάει το τσακμάκι ενός αναπτήρα, όταν δεν ανάβει.

Το ένα πράγμα που μας διαχωρίζει από τα υπόλοιπα ζώα είναι η ιστορική μνήμη, η ικανότητα μετάδοσής της, η διάθεση για αναζήτηση των χαμένων κομματιών της, οι ιστορίες μας – κατά μυστήριο τρόπο, μοιάζουμε ανίκανοι, όχι μόνο να μάθουμε από το παρελθόν, αλλά να αντιληφθούμε πόσο μικρό, πόσο κοντινό είναι αυτό το παρελθόν και πόσο ίδιο μένει. Βλέπουμε τον χώρο και τον χρόνο μέσα από το παραμορφωτικό πρίσμα δεκάδων, ίσως εκατοντάδων φυσαλίδων μέσα στις οποίες κινούμαστε, με πρώτη και καλύτερη εκείνη μέσα στην οποία ο ασήμαντος μικρόκοσμος του καθενός μας φαντάζει ολόκληρο Σύμπαν, με εμάς στο κέντρο του.

Δεν πειράζει. Αυτός ο λιγοστός, φευγαλέος χρόνος – σαν το τίναγμα του φτερού μιας πεταλούδας, σαν ένας φωτεινός κόκκος που σβήνει μόλις τον κλείσει την παλάμη του ο Θάνατος – είναι δικός μας. Δικός μας για να κάνουμε πράγματα που θεωρούμε σπουδαία, ή που άλλοι θεωρούν σπουδαία, δικός μας να τον σπαταλήσουμε, δικός μας να μείνουμε ακίνητοι αν θέλουμε – διότι όσο ακίνητοι κι αν μείνουμε, ο χρόνος προχωράει πάντοτε μπροστά, για όλους εμάς, για όλους όσους γνωρίζουμε, γνωρίσαμε, για όσους ακούσαμε, για όσους δεν υπήρξαν για μας ποτέ, παρά σε κάποια σελίδα, αφήγηση ή απομεινάρια φυλακισμένα στην πέτρα.

Από όσο ξέρουμε, ο χρόνος είναι γραμμικός, από το “τότε” στο “μετά” – δεν κάνει κύκλους. Η ιστορία κάνει κύκλους και η εμμονή των ανθρώπων στα ίδια μοτίβα αιτίου και αποτελέσματος είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να δώσει οποιαδήποτε βάση σε οποιαδήποτε πρόβλεψη (πέρα από τα αστρικά φαινόμενα, αλλά αυτά είναι τόσο μακριά από τη φυσαλίδα μας). Επαναλαμβάνουμε τις ίδιες κινήσεις στον ίδιο χορό, απλά δεν βλέπουμε πάντοτε την αίθουσα από την ίδια γωνία.

Πολλοί οργίζονται ή απελπίζονται από αυτό κι εγώ ό ίδιος δεν έχω αποτελέσει εξαίρεση. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, όσο παράδοξο κι αν συνεχίζει να μου φαίνεται, το βρίσκω οικείο, παρήγορο, αγχολυτικό όταν νοιώθω τη φυσαλίδα μου να με πιέζει, να ασφυκτιώ – διότι όλα είναι θέμα αντίληψης και απόλυτες αλήθειες δεν υπάρχουν, οπότε η φυσαλίδα μπορεί να είναι φυλακή ή σπιτικό. Το βασικό είναι να ξέρεις ότι βρίσκεσαι μέσα της. Δεδομένου ότι τίποτε δεν είναι αδύνατο, μπορεί φυσικά αυτό το μοντέλο ύπαρξης να αλλάξει, αλλά στην ανθρώπινη ιστορία δεν έχει συμβεί ποτέ μέχρι τώρα – ίσως να μη συμβεί ποτέ, πριν προλάβουμε να εκλείψουμε ως είδος. Θα δείξει.

Σε αυτά τα πλαίσια, η φράση “και αυτό θα περάσει” (μια από τις αγαπημένες μου στα παραμύθια) παίρνει τελείως άλλες διαστάσεις – όχι μόνο θα περάσει, αλλά θα περάσει πριν προλάβεις ν’ ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου. Ό,τι πεις έχει ξαναειπωθεί, ότι κάνεις έχει ξαναγίνει, “όλα αυτά ξανασυνέβησαν στο παρελθόν και όλα αυτά θα ξανασυμβούν στο μέλλον”, όπως ακούγεται συχνά στο BATTLESTAR GALACTΙCA, μια από τις καλύτερες κυκλικές ιστορίες.

Φυσικά, στο GALACTICA αφήνεται ανοιχτό το ενδεχόμενο ο κύκλος να σπάσει και όπως είπα, τίποτα δεν είναι αδύνατο.

Τα τελευταία τρία χρόνια ξεκίνησα το ταξίδι μου στον κόσμο της αφήγησης, ή τουλάχιστον της σύγχρονης αναβίωσής της. Πριν από αυτό, πέρασα μια αρκετά μεγάλη περίοδο κατά την οποία προτιμούσα να κοιμάμαι παρά να είμαι ξύπνιος. Στα τελευταία τρία χρόνια αυτή η κατάσταση αποτέλεσε την έμπνευση για τον “Άνθρωπο Που Ήθελε να Πεθάνει”. Στην πραγματικότητα, είχα στα σκαριά μια άλλη ιστορία πολύ πιο κοντά σε αυτήν την κατάσταση, αλλά δεν την ολοκλήρωσα ποτέ. “Ο Άνθρωπος Που Ήθελε να Πεθάνει” ήταν κάτι σαν το prequel, ένα είδος “αιτιολογικού μύθου” για το ότι δεν μπορεί να ήμουν ο μόνος, ότι αυτή η ακραία κατάσταση έχει συμβεί και σε κάποοιν άλλο (που ξέρω ότι έχει, αλλά ο περισσότερος κόσμος δεν μιλάει για αυτά τα πράγματα, στη λογική του “think positive” και άλλες τέτοιες αηδίες).

Σε κάθε περίπτωση, τα δύο τελευταία χρόνια ένοιωθα πιο ξύπνιος από ποτέ, παρόλο που ταυτόχρονα είχα γύρω μου μια ακόμα φυσαλίδα, αυτή ονειρική, γεμάτη ιστορίες και μοιρασμένες συγκινήσεις. Τη φυσαλίδα αυτή τη φαντάζομαι πάντα σαν καράβι. Όταν μπαρκάραμε με τις συνταξιδιώτισσές μου και αφού μας έγιναν οικεία τα ξύλα, τα πανιά του και τα ξάρτια, είχαμε την αίσθηση ότι ίσως να μην έφτανε ποτέ στον μακρινό του προορισμό. Ξέραμε ότι αυτός υπήρχε, αλλά φάνταζε μια μυθική ακτή, σαν του Οδυσσέα και του Σεβάχ, ή ακόμα και την πατρίδα των Ξωτικών του Tolkien. Δεν μας πείραζε. Υπήρχαν τόσα να δούμε σ’ αυτό το ταξίδι.

Μια μέρα, ξαφνικά θαρρείς, σαν να μην είχαν περάσει δύο χρόνια, φτάσαμε. Αρχικά δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε, ίσως δεν θέλαμε. Κάναμε σαν να μην ήταν εκεί η ακτή, σαν να μην ακούγαμε το κύμα να σκάει. Καθαρίσαμε το πλοίο μας, έπειτα επισκευάσαμε όποιες ζημιές μπορούσαμε να δούμε κι ύστερα όλο ψάχναμε κάτι ακόμα να κάνουμε, έναν λόγο ακόμα να μην βγούμε στη στεριά. Τελικά, οι συνταξιδιώτισσές μου άρχισαν να βγαίνουν στην ακτή – στην αρχή μία-μία κι ύστερα πολλές μαζί.

The White Ship by Verreaux

Αρχικά έμεινα πάνω στο πλοίο. Το είχα αγαπήσει αυτό το σκαρί κι ας ήξερα πως ήταν μερικές σανίδες του σαθρές, μερικές σανίδες σάπιες. Όταν η ησυχία έγινε πια εκκωφαντική, βγήκα απρόθυμα κι εγώ στην ακτή, αλλά δεν πήγα μακριά. Ξεμάκρυνα ίσα-ίσα μέχρι εκεί που έβλεπα το πανί του πλοίου να χάνεται στην ομίχλη, ίσα-ίσα μέχρι εκεί που έφταναν στ’ αυτιά μου οι φωνές ανθρώπων ή άλλων πλασμάτων που δεν έβλεπα – ακόμα δεν ξέρω. Είπα να κλείσω για λίγο τα μάτια μου και για πρώτη φορά κοιμήθηκα πάλι αλλόκοτα βαθιά. Δεν είναι όπως τότε, που τα έκλεινα και κατέβαλα κάθε προσπάθεια να μείνω κοιμισμένος, βυθισμένος στη λήθη. Είδα όμως πως κάθε φορά που τα κλείνω κοιμάμαι και λίγο περισσότερο, ξυπνάω λίγο δυσκολότερα.

Σύντομα πρέπει ν’ αποφασίσω αν θα σηκωθω, να εξερευνήσω αυτή τη μακρινή ακτή, ή θα κοιμηθώ εκεί μέχρι να πετρώσω – αν θα γίνω ακόμα ένα βραχάκι για να κάθονται οι διαβάτες και να λένε τα παιδιά πως, όταν το χτυπάει το φως της αυγής, μοιάζει με άνθρωπο.

Αφήνοντάς σας με αυτές τις σκέψεις, προχωρώ στο πρώτο Παραμυθόγραμμα του 2014!

Πέμπτη, 02/01, Έναρξη στις 11:30 – “Άστρα και Μύθοι” (ΝΟΗΣΙΣ, Παλαιά Οδός Χαριλάου-Θέρμης).

Σάββατο, 04/01, Έναρξη στις 17:00 – “Γενάρης με Παραμύθια για Παιδιά στο Βρυσάκι” (Βρυσακίου 17, Πλάκα).

Σάββατο, 04/01, Έναρξη στις 18:30 – “Παραμύθια στο Χοροστάσι” (Αίθουσα Διαλέξεων Χοροθεάτρου “Δόρα Στράτου”, Σχολείου 8, Πλάκα).

Κυριακή, 05/01, Έναρξη στις 11:30 – “Παραμύθια στο Χοροστάσι” (Αίθουσα Διαλέξεων Χοροθεάτρου “Δόρα Στράτου”, Σχολείου 8, Πλάκα).

Κυριακή, 05/01, Έναρξη στις 11:30 – Ανοικτή Συναντηση της Ερευνητικής Ομάδας Παραμυθιών (Εργαστήρι Μελέτης της Παιδικής Ηλικίας, Ιωάννου Φιλήμωνος 3, πίσω από την Αμερικάνικη Πρεσβεία – ΠΡΟΣΟΧΗ! Δείτε κι εδώ!).

Κυριακή, 05/01, Έναρξη στις 11:30 – “Άστρα και Μύθοι” (ΝΟΗΣΙΣ, Παλαιά Οδός Χαριλάου-Θέρμης).

Δευτέρα, 06/01, Έναρξη στις 20:00 – Αφήγηση Λαϊκών Παραμυθιών με Συνοδεία Μουσικής (“Pure Bliss”, Ρόμβης 24Α, Αθήνα).

Παρασκευή, 10/01, Έναρξη στις 21:00 – “Ερωτικές Ιστορίες του Αραβικού Κόσμου” (Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης, Αγ. Ασωμάτων 22 και Διπύλου, Αθήνα)

Σάββατο, 11/01, Έναρξη στις 17:00 – “Γενάρης με Παραμύθια για Παιδιά στο Βρυσάκι” (“Βρυσάκι”, Βρυσακίου 17, Πλάκα).

Σάββατο, 11/01, Έναρξη στις 18:30 – “Παραμύθια στο Χοροστάσι” (Αίθουσα Διαλέξεων Χοροθεάτρου “Δόρα Στράτου”, Σχολείου 8, Πλάκα).

Σάββατο, 11/01, Έναρξη στις 18:00 – “Σταχτοπούτες του Κόσμου” (“Οξυγόνο”, Ολύμπου 81, Θεσσαλονίκη).

Κυριακή, 12/01, Έναρξη στις 11:30 – “Παραμύθια στο Χοροστάσι” (Αίθουσα Διαλέξεων Χοροθεάτρου “Δόρα Στράτου”, Σχολείου 8, Πλάκα).

Τετάρτη, 15/01, Έναρξη στις 20:00 (περίπου) – “Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν και δεν ήταν…” (“Paralelo 33″, Αμφικτύονος 33. Θησείο).

Σάββατο, 18/01, Έναρξη στις 17:00 – “Μη φωνάζεις! Δε σσε Φοβάται Κανείς!” (“Βρυσάκι”, Βρυσακίου 17, Πλάκα).

Σάββατο, 18/01, Έναρξη στις 18:30 – “Παραμύθια στο Χοροστάσι” (Αίθουσα Διαλέξεων Χοροθεάτρου “Δόρα Στράτου”, Σχολείου 8, Πλάκα).

Σάββατο, 18/01, Έναρξη στις 19:00 – Αφήγηση Μαθητείας (Ηρακελιδών 11-13, Πεζόδρομος Θησείου).

Σάββατο, 18/01, Έναρξη στις 17:00 – “Ο Μαγικός Κήπος” (“ΦΙΞ in Art”, 26ης Οκτωβρίου 15, Θεσσαλονίκη).

Κυριακή, 19/01, Έναρξησ τις 11:00 – “Οδύσσεια” (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Τοσίτσα 1 και Πατησίων, Αθήνα).

Κυριακή, 19/01, Έναρξη στις 11:30 – “Παραμύθια στο Χοροστάσι” (Αίθουσα Διαλέξεων Χοροθεάτρου “Δόρα Στράτου”, Σχολείου 8, Πλάκα).

Κυριακή, 19/01, Έναρξη στις 12:00 – “Κάτω Σκαλί, Πάνω Σκαλί…” (Πολυχώρος “Διέλευσις”, Λέσβου 15 και Πόρου, Κυψέλη).

Κυριακή, 19/01, Έναρξη στις 16:30 – “Τα Παιδιά της Νύχτας” (“Baumstrasse”, Σερβιών 8, Βοτανικός, κοντά στο Σταθμό Μετρό “Μεταξουργείο”).

Παρασκευή, 24/01, Έναρξη στις 21:00 – “Δίχως να Ξέρεις Πώς και Πού” (Καφενείο “European Village”, Μοναστηρίου 140, Ακαδημία Πλάτωνος).

Σάββατο, 25/01, Έναρξη στις 11:00 – “Τι ‘ναι δίκιο, τι αδικία; Ας το πει μια ιστορία!” (Δημοτική Βιβλιοθήκη Περιστερίου, Σκρα 62 και Αδριανουπόλεως, Περιστέρι).

Σάββατο, 25/01, Έναρξη στις 17:00 – “Μη φωνάζεις! Δε σσε Φοβάται Κανείς!” (“Βρυσάκι”, Βρυσακίου 17, Πλάκα).

Σάββατο, 25/01, Έναρξη στις 18:30 – “Παραμύθια στο Χοροστάσι” (Αίθουσα Διαλέξεων Χοροθεάτρου “Δόρα Στράτου”, Σχολείου 8, Πλάκα).

Κυριακή, 26/01, Έναρξη στις 11:30 – “Παραμύθια στο Χοροστάσι” (Αίθουσα Διαλέξεων Χοροθεάτρου “Δόρα Στράτου”, Σχολείου 8, Πλάκα).

Κυριακή, 26/01, Έναρξη στις 12:00 – “Κάτω Σκαλί, Πάνω Σκαλί…” (Πολυχώρος “Διέλευσις”, Λέσβου 15 και Πόρου, Κυψέλη).

Κυριακή, 26/01, Έναρξη στις 20:00 – “Της Αγάπης τα Θολά Νερά” (“Βρυσάκι”, Βρυσακίου 17, Πλάκα).

Τετάρτη, 29/01, Έναρξη στις 19:00 – “Λαϊκά παραμύθια ενάντια στων σκοτεινών μνημονίων τις ψυχοφθόρες εποχές” (Πολυχώρος “Ίλιον”, Πατησίων και Τροίας 34).

Όλο τον Ιανουάριο, Έναρξη στις 21:00 – Αφήγηση Παραμυθιών στρο Καφενείο (Καφενείο “European Village”, Μναστηρίου 140, Ακαδημία Πλάτωνος).

Αυτά προς το παρόν. Όπως πάντα, αν έχετε κάτι να προσθέσετε, δεν έχετε παρά να αφήσετε ένα comment. Παραφράζοντας κάτι που μου είπε κάποτε ένας φίλος, για τη νέα χρονιά εύχομαι “Μπύρα, το αίμα των εχθρών μας και περισσότερη μπύρα!”

Με μάτια γλαρωμένα,

Α.Μ.

Ημέρες των Ημερών

Οι καιροί που ζούμε χρήζουν πολλών ονομασιών: “σκοτεινοί”, “χαλεποί”, “αγχωτικοί” και άλλα που ταιριάζουν περισσότερο σε Μείζονες Προφήτες, ή ενδεχομένως στον Λιακόπουλο. “Ενδιαφέροντες”, λέει μια παλιά κινεζική κατάρα, “παράξενους” λένε κάποιοι φίλοι και γνωστοί. “Παράξενους” προτιμώ κι εγώ. Εγώ βέβαια, ακόμα και στα πιο μαύρα μου, ακόμα και τις ημέρες εκείνες που το “Δελτίον Διαθέσεως” προμηνύει κυνισμό, είμαι φαντασιόπληκτος, ονειροπαρμένος αν θέλετε (αλλά όχι τόσο αλαφροΐσκιωτος πια – η εφηβεία έχει μακράν παρέλθει) και κατά παράδοξο τρόπο, έτσι διατηρώ τα λογικά μου.

Θα έχετε παρατηρήσει ότι, με εξαίρεση το Παραμυθόγραμμα, του οποίου η συνεχής ενημέρωση αποτελεί για μένα ένα προσωπικό στοίχημα, δεν γράφω πλέον συχνά στο blog. Ο λόγος είναι απλός: δεν έχω χρόνο. Είτε πρόκειται για δουλειά, είτε πρόκειται για προετοιμασία σχετικά με την αφήγηση (και εδώ η λίστα είναι μεγάαααλη), είτε (στην χειρότερη των περιπτώσεων) για γραφειοκρατεία, όλη μέρα τρέχω και κατά περίπτωση αγχώνομαι με την έλλειψη χρόνου (βλέπετε τον φαύλο κύκλο;).

Θα μπορούσα να “Αχ!”, θα μπορούσα να “Βαχ!”, θα μπορούσα να γράφω άρθρα εδώ ή posts στο Facebook που εξηγούν γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να αλλάξει ποτέ τίποτε σε αυτή τη χώρα αν δεν εκτελέσουμε τους εφοριακούς, δεν σκοτώσουμε τους πολιτικούς και τις οικογένειές τους, δεν κάψουμε όλα τα γραφεία των κομμάτων κλπ. κλπ. Θα μπορούσα, με την απλή παράθεση του πόσο δύσκολο είναι πλέον να πληρώνεις το Φ.Π.Α. (που το κράτος κατά τα άλλα χρειάζεται), να εξηγήσω μονομιάς τρύπες σε προϋπολογισμούς και να καταρρίψω πάσης φύσεως πολιτικές σοφιστείες για την οικονομία. Το μόνο που φταίει είναι η ανικανότητα και η λαμογιά του κράτους και των λειτουργών του (κακοποίηση της λέξης). Θα μπορούσα επίσης να θυμηθώ τον παλιόφιλο, το κολλητάρι, τον ΜΑΛΑΚΑ ΕΛΛΗΝΑ ΨΗΦΟΦΟΡΟ που έβγαλε ΝΔ πρώτη και ΠΑΣΟΚ τρίτο κι έπειτα τσιρίζει για αυτά που (θα) του κάνουν, αφού όμως δώσει προτεραιότητα στο “θέμα” της Χρυσής Αυγής. Ξέρετε τι κάνουν οι φοράδες στ’ αλώνια, ε; Μην επεκταθώ. Θα μπορούσα ακόμα να μιλήσω και για αυτή την, κατά τα άλλα  συμπαθέστατη, ανίδεη μαϊμού, τον Τσίπρα, που φαίνεται να κάνει ό,τι μπορεί για να στείλει ψηφοφόρους πίσω από εκεί που ήρθαν. Και όμως… στις δημοσκοπήσεις έρχεται πρώτος. Ψέματα ή αλήθεια, τέτοιες μαλακίες δεν λεν τα παραμύθια. (Επίσης θάνατος στο ΚΚΕ, είστε ζώα).

Αντ’ αυτών όμως, προτιμώ να στρέφω το νου μου σε άλλα πράγματα, όπως τη φίλη μου τη Μανού και τις αφρικανικές ιστορίες που μας αφηγήθηκε μια Τετάρτη στο Salta Conmigo, όπως τη Γεωργία και τις δύο εκθέσεις που επιμελήθηκε, μία για τα 200 χρόνια από την πρώτη έκδοση των παραμυθιών των Grimm και μία για τα 10 χρόνια της Γιορτής Παραμυθιού, καθώς και την ξεκαρδιστική μας συζήτηση για να γράψουμε ένα κομμάτι της εργασίας για τις Ιστορίες Σοφίας. Προτιμώ να θυμάμαι την κουβέντα μας με την Ιωάννα για τα Γυάλινα Βουνά και τους Κοκαλένιους Κάμπους, μια ιστορία που, τόσο εγώ, όσο και η Μανού γνωρίσαμε ανεξάρτητα, σε διαφορετικές στιγμές και με διαφορετικά αποτελέσματα. Προτιμώ να σπάω το κεφάλι μου πώς θα παρουσιάσω μια ραψωδία της Οδύσσειας σαν αφήγηση 12 λεπτών, ή πώς θα τελειώσω ιστορίες που δουλεύω καιρό και μοιάζουν λες και δεν θα τελειώσουν ποτέ. Προτιμώ να διαβάζω βιβλία και comics, μειώνοντας ανεπάισθητα το ύψος που έχουν οι στοίβες γύρω μου. Προτιμώ να καταγράφω και να αναλύω γεγονότα και σκέψεις που πιθανόν να μην έχουν κανένα αντίκτυπο πάνω στην πραγματικότητα, καθότι δεν πρόκειται ποτέ να ξεκουνηθώ και να ενεργήσω επ’ αυτών – τουλάχιστον, δεν πιάνουν περιττό χώρο στο κρανίο μου και είναι (άλλη μια) σπουδή στη μικροκοσμική αντίληψη των ανθρώπων.

Προτιμώ να σας γράφω για όλα αυτά, τα φαινομενικά υπέροχα πράγματα – ας σας είναι και αδιάφορα – και έτσι οι μέρες περνούν, η μία μετά την άλλη και βάζουμε το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, περιμένοντας ίσως την καταστροφή. Μα αν είναι το κεφάλι μας σκυφτό, δεν είναι ίσως από θλίψη αλλά, ελπίζει κανείς, επειδή είμαστε χαμένοι σε μια λέξη, ένα πρόσωπο, ένα όνειρο, κάτι που δεν συνέβη ποτέ παρά στις σελίδες του μυαλού μας, λεκιασμένες με μελάνι, ίσως και με μια στάλα αίμα από παλιές πληγές – έτσι γεννιούνται οι ιστορίες.

Καληνύχτα και Καλό Ξημέρωμα,

Α.Μ.

%d bloggers like this: