ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ (Εκδόσεις Mamaya)

Τη Δευτέρα κυκλοφόρησε το βιβλίο μου, με τίτλο ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ. Μαζί με τα ΠΝΕΥΜΑΤΑ της Ευθυμίας Ε. Δεσποτάκη, αποτελεί το “εναρκτήριο λάκτισμα” της σειράς “Άρπη” των Εκδόσεων Mamaya, μια προσέγγιση της λογοτεχνίας του φανταστικού με ελληνικό πρόσημο. Το βιβλίο αποτελεί μια εκδοχή του λεγόμενου Ταξιδιού του Ήρωα, με τη διαφορά πως ο αφηγητής δεν είναι, ούτε προσπαθεί να γίνει ήρωας. Είναι ένας άνθρωπος που ανακαλύπτει σχεδόν τυχαία τη δύναμη των ιστοριών και περπατά ανάμεσα σε δύο κόσμους για να τις κάνει κτήμα του. Είναι επίσης ένας φαντασιακός στοχασμός πάνω στη φύση των ιστοριών και του παραμυθά. Κατά μία έννοια, είναι ο δρόμος που οδηγεί τον λεγόμενο “ιδανικό ακροατή” να γίνει παραμυθάς κι ο ίδιος.

To Amoni - Cover Final

Η ιστορία ξεκινά με πραγματικά γεγονότα, πριν από δεκατρία χρόνια (που έγιναν δεκατέσσερα μέχρι να τελειώσω το βιβλίο και να τυπωθεί), σ’ ένα μικρό χωριό της Χίου. Μέσα παρελαύνουν πραγματικοί άνθρωποι, που έυκολα θ’ ναγνωρίσουν τους εαυτούς τους, είτε όπως τους αντιλαμβάνονται, είτε όπως τους αντιλήφθηκα εγώ. Τα γεγονότα και οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν σημείο έναρξης, σταθμούς και βοηθούς σε αυτό το ταξίδι από το Εδώ  στο Εκεί και πάλι πίσω. Στο δρόμο απάνω, μέσα στην ιστορία, ακούγονται άλλες ιστορίες: μία τη λέει ένας αναμαλλιασμένος άνδρας σε μια πλατεία, μία τη σφυρηλατεί ο αφηγητής του ταξιδιού πάνω στο Αμόνι που Τραγουδά, τις υπόλοιπες… ε, αυτό θ’ αφήσω να το ανακαλύψει ο ανγνώστης μόνος του.

Τις ιστορίες αυτές – παραμύθια, μύθους, αστικά παραληρήματα – τις έφτιαξα στο διάστημα των τελευταίων πέντε ετών – και λέω “τις έφτιαξα”, διότι μερικές πρώτα τις έγραψα και μετά τις αφηγήθηκα, όπως τον “Φαμπούλ-Σα” και τη “Σφυρήλατη Καρδιά”, τις περισσότερες πρώτα τις αφηγήθηκα και μετά τις κατέγραψα, προσπαθώντας να διατηρήσω στο κείμενο το πώς ακούγονταν, όπως το “Αλύχτισμα των Σκύλών” και  το “Γκρίζο Μαχαίρι”, του οποίου ένα μικρό απόσπασμα πόσταρα κάποτε εδώ. Είναι και μερικές που δεν έχουν ακουστεί ποτέ, έχουν όμως ίσως διαβαστεί.

Σε μια συζήτηση γύρω από το βιβλίο και πώς μπορεί να περιγραφεί με απλά λόγια, κάποιος μου είπε “σαν τις Χίλιες και Μία Νύχτες”. Υπό την έννοια πως υπάρχουν ιστορίες η μία μες στην άλλη, ίσως. Κατά τα άλλα, δεν θα τολμούσα ποτέ να συγκρίνω τα δύο, ούτε έχουν οι δικές μου ιστορίες τον εκπληκτικό ερωτισμό της Ανατολής. Παρόλο που μπορεί να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους, νομίζω η φράση που αποδίδει ορθότερα το πνέυμα του βιβλίου είναι η ακόλουθη:

 “Όλα όσα μας συμβαίνουν, μόλις περάσει η στιγμή τους, είναι απλά ιστορίες, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο”.

Καλή ανάγνωση…

Α.Μ.

Ένα Στοιχειό από τη Χιό

Καλησπέρα σε όλους, μα κυρίως στους παλιούς μου φίλους απ’ τη Χίο (στους οποίους συγκαταλέγονται αγόρια και κορίτσια, αλλά ας μη  αναλωθούμε σε σάχλες πολιτικής ορθότητας). Καταρχήν θέλω να σας πω πως λυπάμαι πάρα πολύ που δεν μπόρεσα και δεν θα μπορέσω να έρθω φέτος στο νησί, αλλά σωρεία από κακές συγκυρίες και δουλειά τελικά υπήρξαν ανυπέρβλητο εμπόδιο. Θέλω να ξέρετε πως μου λέιπετε όλοι και όλες και πως η φετεινή μου απουσία δεν είναι ανάλογη της εξαφάνισης της επταετίας (ξέρω πως είναι εύκολο το αστείο – συγκρατηθείτε). Μάλιστα αν τα άστρα ευθυγραμμιστούν λίγο, ελπίζω να μπορέσω να έρθω αργότερα, σε ανύποπτο χρόνο.

Πέρα από αυτό όμως, υπάρχει κάτι που θέλω να μοιραστώ μαζί σας, κάτι που οι περισσότεροι θυμηθήκατε όταν ήρθα πρόπερσι μετά από καιρό. Μετά τις προπέρσινες και τις περσινές κουβέντες μας, το δούλεψα στο Εργαστήρι του Έπους της Μάνιας Μαράτου και το εκανα αφήγηση στην παρουσίασή μας στην Αθήνα. Παρόλο που έχει λάβει την τελική του μορφή και όποτε έχω χρόνο δουλεύω τη συνέχεια, δεν είναι το πλήρες κείμενο, διότι θα ήταν πάρα πολύ μεγάλο.

Ωστόσο, πιστεύω πως το κομμάτι αυτό θα σας φανεί πολύ γνώριμο…

Το Γκρίζο Μαχαίρι

[Απόσπασμα]

Μια βραδιά, πριν από δέκα χρόνια, μια παρέα παιδιών μαζεύτηκε στην παραλία ενός μικρού χωριού της Χίου. Άναψαν μια φωτιά, κάθισαν γύρω της κι ύστερα άνοιξαν μπουκάλια με κρασί. Όλο το βράδυ έπιναν, γελούσαν, οι φίλοι αντάλλαζαν χωρατά, τα ζευγαράκια κρυφά φιλιά και αγκαλιές. Μερικές τολμηρές ψυχές βουτούσαν στα κρύα, σκοτεινά νερά που φώτιζε μονάχα η σελήνη – κι ύστερα έτρεχαν τουρτουρίζοντας να ζεσταθούν πλάι στη φωτιά. Κάπου-κάπου, ακουγόταν μια κιθάρα και φωνές λιγότερο ή περισσότερο παράφωνες, να λένε τα ίδια τραγούδια που ακούγονταν στις φωτιές αυτές εδώ και χρόνια – ίδια κι απαράλλαχτα.

Ήμουνα κι εγώ εκεί – και γελούσα κι έπινα και τραγουδούσα… Εκείνες τις βραδιές στην παραλία, ερχόταν μια στιγμή που όλοι σώπαιναν. Ήταν λες και η ψύχρα της νύχτας γύρω μας, η ζέστη της φωτιάς ανάμεσά μας και το κρασί στις φλέβες μας ξαφνικά μας βούβαιναν, στραγγίζοντας από μέσα μας τις λέξεις – αφήνοντας μόνο το τριζοβόλημα του ξύλου, το κύμα που έσκαγε στην άμμο και τις μακρινές, μονότονες κραυγές από κάποιο νυχτοπούλι…

Εκείνη τη φορά, όμως, μέσα στη μυστική σιωπή, άνοιξα το στόμα μου κι από μέσα μου άρχισε να βγαίνει μια ιστορία – έτσι το θυμάται ένας παλιός φίλος – δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω πώς… Δεν τη θυμάμαι αυτή την ιστορία – δεν τη θυμάται κανένας από όσους την άκουσαν εκείνο το βράδυ.

Το μόνο που θυμόμαστε έιναι ένα όνομα, μια γκρίζα σκιά μ’ ένα μαχαίρι, που έξω δεν την κρατούσαν μήτε πόρτες, μήτε σφαλιστά παράθυρα, μήτε κλειδωνιές. Εκείνοι θυμούνται και τον φόβο που ένοιωσαν σαν τέλιεωσε η ιστορία κι έμοιαζε ξαφνικά κάθε κλαδί σαν οστεώδες χέρι, με δάχτυλα απλωμένα, κάθε σκιά γεμάτη κίνδυνο, κάθε μικρός ήχος σαν φρικτός ψίθυρος.

Την ιστορία εκείνη δεν μπορώ να σας την πω – όπως είπα, ύστερα από εκείνη, τη μία βραδιά, δεν τη θυμάμαι πια. Με λίγη βοήθεια, όμως, μπορώ να σας πω πώς εκείνη η σκιά, πώς εκείνο το πλάσμα απόκτησε το Γκρίζο του Μαχαίρι – και τα όσα αποτρόπαια ακολούθησαν.

2014-08-18 - Jack the Ripper by Cleophus

Σε μένα Νύχτα πες, για ‘κείνον που δεν ήτανε παιδιί σου.

Τα δώρα σου πες μου πού έδωσες, πού και την ευχή σου.

Πώς ζήτησε ο βοσκός απ’ τα παιδιά σου χάρες,

η αγάπη και το βαθύ του μίσος πώς τον γέμισαν κατάρες.

Σε μένα Νύχτα πες για ‘κείνο, το θαυμαστό μαχαίρι,

γλυκά τον φόνο που χωρά στου καθενός το χέρι.

Σε μένα Νύχτα πες για ‘κείνο, το θαυμαστό μαχαίρι,

πικρό φόνο πώς γέμισε του νεαρού βοσκού το χέρι.

[…]

Σας φιλώ όλους, μία-μία κι έναν-εναν ξεχωριστά και να θυμάστε: εκεί που μερικές φορές φαίνονται άχρηστα οι κλειδαριές και τα θυρόφυλλα, είναι πολύ πιο χρήσιμα τ’ αλάτι και το σίδερο.

Ο παραμυθάς σας,

Α.Μ.

Αφήγηση – Ημερολόγια Καταστρώματος #2: Αληθινές Ιστορίες της Μεσογείου

Τις προάλλες (13/10/2012), στη Σχολή Αφηγηματικής Τέχνης είχαμε μια ευχάριστη έκπληξη – φτάνοντας υπέρ του δεοντος καθυστερημένος, βρήκα τις συμμαθήτριές μου και το Γιώργο Ευγενικό να μιλάνε με έναν Γάλλο, ο οποίος κρατούσε ένα φορητό μικρόφωνο, καλυμμένο με ένα μπουμ (ή “γδαρμένο κουνέλι”, όπως επικράτησε σύντομα). Ο Γάλλος ήταν ο (μεταξύ άλλων) συγγραφέας François Beaune, ο οποίος αυτή την εποχή περιδιαβαίνει τη Μεσόγειο συλλέγοντας αληθινές ιστορίες. Έπειτα οι ιστορίες αυτές ανεβαίνουν στο ομώνυμο site, είτε ως βίντεο, είτε ως αρχείο ήχου, όπου η πρόσβαση είναι ελεύθερη.

Έτσι επισκέφθηκε και εμάς στο Μουσείο Νεώτερης Κεραμικής και ήμασταν κάτι παραπάνω από πρόθυμοι να μοιραστούμε τις ιστορίες μας. Μπορείτε να πάτε εδώ και να ακούσετε τις συμμαθήτριές μου, εμένα, καθώς και τον Γιώργο Ευγενικό να αφηγούμαστε ποικίλα περιστατικά από τις ζωές μας, κάποια γλυκά, κάποια θλιβερά, άλλα αστεία και όλα πέρα για πέρα α.ληθινά. Φυσικά η βιβλιοθήκη ιστοριών είναι τεράστια και μπορείτε εκεί να ακούσετε ιστορίες από όλη τη Μεσόγειο, στην πρωτότυπη γλώσσα τους, ή στα Αγγλικά, ή σε ό,τι άλλο μπόρεσαν και ήταν διατεθειμένοι να τις αφηγηθούν οι άνθρωποι που τις έζησαν.

Προσωπικά βρίσκω ότι οι ιστορίες που με άγγιξαν περισσότερο ήταν της Μαρίας Πάντου και της Χρυσάννας Παππά, αλλά αυτό βέβαια είναι απόρροια της δικής μου ιδιοσυγκρασίας. Το σημαντικό είναι ότι, ακούγοντα;ς αυτές τις ιστορίες, μαθαίνουμε ο ένας τον άλλο λίγο περισσότερο και δεν υπάρχει τίποτα πιο πολύτιμο μεταξύ των ανθρώπων. Κουβεντιάζοντας με μια φίλη, ανταλλάξαμε μια μέρα τα εξής λόγια:

“Καθετί που μας συμβαίνει, μόλις περάσει η στιγμή που εκτυλίσσεται, είναι απλά μια ιστορία, τίποτα περισσότερο – όμως και τίποτα λιγότερο”.

Νομίζω ότι αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια.

Καλό ξημέρωμα,

Α.Μ.

Υ.Γ. 1 Με ίσες πιθανότητες να βλογάω τα γένια μου και να βγάζω σε κοινη και αμείλικτη θέα τα σκουριασμένα γαλλικά μου, εδώ μπορείτε να ακούσετε την ιστορία που είπα (στο Library του site την έχει και στα ελληνικά, αλλά τη βρίσκετε και μόνοι σας αν θέλετε).

Υ.Γ.2 Είναι αστείο και ενδιαφέρον ότι δύο Σαββατοκύριακα νωρίτερα, καθώς και το ίδιο απόγευμα, είχαμε μάθημα με τον Νικο Ορφανό για την αφήγηση σε ηλεκτρονικά μέσα.

Ιστορίες του Καπέλου #1: Στην Κώμη, Επτά Έτη Μετά

Σε συνέχεια του προηγούμενου post λοιπόν, παρότι πιθανότατα να μην σας ενδιαφέρει, θα σας πω μερικά πράγματα που είδε το περιβόητο καπέλο αυτό το καλοκαίρι και άλλα που θυμάται από χρόνια περασμένα. Η σχέση μου με τη Χίο είναι πολύ ιδιόμορφη. Δεν έχουμε συγγενείς – εξ’ αίματος ή εξ’ αγχιστείας – από εκεί, δεν έχουμε σπίτι δικό μας, εν ολίγοις θα έλεγε κανείς ότι δεν έχουμε καμία σχέση με το όμορφο αυτό νησί – και όμως… Πριν από περίπου 25 χρόνια (είμαι σχεδόν σίγουρος ότι είναι 26 – 4 ετών πρέπει να πρωτοπήγα) βρεθήκαμε εκεί με τους δικούς μου, καθώς και κάποιους οικογενειακούς φίλους, για διακοπές – στο νότιο άκρο του νησιού, στο χωριό της Κώμης. Για τα επόμενα 20 περίπου χρόνια (19, αν σας τρώει τόσο πολύ το θέμα της ακρίβειας), κάθε καλοκαίρι επιστρέφαμε εκεί και με εξαίρεση ελάχιστες χρονιές, νοικιάζαμε και μέναμε πάντοτε στο ίδιο σπίτι…

Φανταστείτε το για μια στιγμή: 20 ολόκληρα χρόνια, από την παιδική ηλικία στην εφηβεία κι έπειτα στην πρώιμη ενηλικίωση, παρακολουθώντας έναν τόπο και τους ανθρώπους του να αλλάζουν σε διάστημα δύο δεκαετιών – αλλά μόνο τα καλοκαίρια, μόνο όταν σφύζει από ζωή, από παιδιά, από παιχνίδι και διασκέδαση. Αν άρχιζα – ψέματα, αν επιχειρούσα να αρχίσω – την αναπόληση όσων είδα, όσων άκουσα, όσων εκανα εκεί, όσων άλλαξαν κι ακόμα περισσότερο, όσων έμειναν ίδια σε πείσμα του χρόνου, δεν θα έπρεπε να ξαναγράψω ποτέ για τίποτε άλλο, δίχως την παραμικρή ελπίδα να τελειώσω ποτέ την εξιστόρηση.

Εκεί έδωσα και πήρα το πρώτο μου φιλί, εκεί αντάλλαξα για πρώτη φορά γροθιές με κάποιον για λόγο ανούσιο, αλλά όχι για παιχνίδι – κάποιον που με τα χρόνια έγινε καλός φίλος κι ίσως πια δεν το θυμάται ότι έτσι γνωριστήκαμε, δυο κοκοράκια που πάλευαν για τα μάτια του ίδιου κοριτσιού. Εκεί ανεβαίναμε, χρόνο το χρόνο, σε όλο και ψηλότερους, όλο και κοφτερότερους βράχους με τους φίλους μου για να βουτήξουμε στη θάλασσα κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή, εκεί παρελαύναμε με τους γδαρμένους αγκώνες, τα σκισμένα μας γόνατα και τις ουλές περασμένων καλοκαιριών σαν παράσημα ανδρείας. Εκεί σκαλίζαμε, απερίσκεπτα, παλιά – και άλλα, όχι τόσο παλιά – πολυβολεία και μπαινοβγαίναμε σε παροπλισμένα τάνκς κρυμμένα στους λόφους. Εκεί ανακάλυψα για πρώτη φορά ότι, όσο κι αν τα πράγματα μοιάζουν απαράλλαχτα, μερικές φορές αλλάζει κάτι στο εσωτερικό ενός ανθρώπου – ενός κοριτσιού που ξέρεις από τόσο μικρό ώστε κάποτε το σήκωνες στους παιδικούς σου ώμους για να ανέβει σε ένα ξυλόσπιτο – που ξάφνου σε ξενίζει, ακόμα και σε πανικοβάλλει. Χρόνια αργότερα θα βρισκόμουν κι εγώ στην ίδια θέση. Εκεί  ζαλίστηκα πρώτη φορά από την πολλή μαυροδάφνη γύρω από φωτιές αναμμένες στην παραλία και έμαθα να σιχαίνομαι το Schnapps φράουλα, εκεί έμαθα ότι το τσιπ-τσοπ και το νυχτερινό μπάνιο δεν αποκλείουν το ένα το άλλο – αρκεί να έχουμε το νου μας στις “μικρές” (κορίτσια 4-5 χρόνια μικρότερά μας) για να μην πνιγούν κι έπειτα να τις σηκώσουμε στην πλάτη μας για να τις πάμε σπίτι τους.

Το καπέλο μπορεί να μην τα είδε ΟΛΑ αυτά, αλλά από τότε που το πρωτοέβαλα στο κεφάλι μου, πριν από 12 χρόνια, δεν έλειψε από καμία στιγμή, καμία κουβέντα, κανένα χαμόγελο και κανένα δάκρυ – κι όσο περνούσαν τα χρόνια, φαινόταν ότι όσο εγώ φορούσα το καπέλο, αλλό τόσο ίππευε κι εκείνο πάνω στο κεφάλι μου για να δει τους παλιούς φίλους, ένα ακόμα μέλος της παρέας μας. Αν ψάξει κανείς λίγο τις παλιές φωτογραφίες, θα το βρει κάποτε πάνω στο κεφάλι ενός κοριτσιού που δεν έπρεπε ν’ αφήσω να φύγει μακριά μου – και μια άλλη φορά, όταν τα μαλλιά μου ήταν ακόμη μακριά, πάνω στο δικό μου κεφάλι, πλάι σε έναν φίλο που δεν είναι πια μαζί μας, εδώ και 4 χρόνια…

Μπορώ να σας πω τούτο για το χωριό και “τα παιδιά της Κώμης” κι έχω τις φωτογραφίες που το αποδεικνύουν: ο χρόνος μοιάζει να κάνει λιγάκι τα στραβά μάτια για τους ανθρώπους που γνώρισα, που έζησα σ’ εκείνο το μέρος, ανθρώπους με τους οποίους είτε βρισκόμασταν εκεί μόνο στις διακοπές, παρόλο που όλοι μέναμε στην Αθήνα, ανθρώπους που δεν ήταν από την Κώμη, αλλά από άλλα χωριά, γειτονικά, ή και πιο μακρινά, μα οι φαινομενικά ανούσιες καλοκαιρινές μας σαπουνόπερες έδεσαν με κάτι αλλόκοτο – κάτι που δεν έχει όνομα, αλλά όλοι όσοι το έχουν νοιώσει το αναγνωρίζουν.

Στιν πραγματικότητα, τα πράγματα αλλάζουν, ίσως μια στο τόσο, ίσως με τρόπους που δεν είναι ορατοί με το μάτι, αλλά νοιώθει κανείς την αλλαγή τόσο έντονα, συχνά τόσο άσχημα, που μοιάζει να έρχεται η συνετέλεια του κόσμου. Έτσι, κάποτε, πριν από 7 χρόνια, μετά από μια σειρά λάθος στροφών σε διαδοχικά σταυροδρόμια, οι συγκυρίες χτύπησαν επανειλημμένα και βάναυσα το αφελές εκείνο παιδί με το καπέλο. Το αποτέλεσμα ήταν – πιστεύω – ένας χειρότερος άνθρωπος, αλλά – θέλω να πιστεύω – λιγάκι πιο σοφός. Θαρρώ πως αυτό που έχασα για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα τότε, ήταν η παροιμιώδης (τουλάχιστον στην παρέα) υπομονή μου. Δεν έχει στ’ αλήθεια σημασία τι συνέβαινε μέσα στο κεφάλι μου και στον κόσμο γύρω μου, αλλά το αποτέλεσμα ήταν ότι δεν επέστρεψα στη Χίο για 7 χρόνια και παρόλο που μερικά παιδιά τα έβλεπα στην Αθήνα κατά περιόδους, θεώρησα όλες εκείνες τις ιστορίες και τις αναμνήσεις ένα οριστικό και αμετάκλητο παρελθόν – το αληθινό τέλος της παιδικής μας ηλικίας.

Μετά από σχεδόν δύο χρόνια (δικής μου) πλήρους απουσίας και σιωπής, κάποια από τα παιδιά με ξαναβρήκαν – συγκεκριμένα ο Θοδωρής Κατρής, η Αγγελική Μπουλμέτη και η Αγγελική Χατζημόσχου. Με βρήκαν σε διαφορετικούς χρόνους και κουβεντιάσαμε εν μέρει διαφορετικά πράγματα (με εξαίρεση πάντα το κοινό μας παρελθόν), αλλά σε κάθε περίπτωση υπήρχε μια κοινή συνιστώσα: “Τι θα γίνει ρε μαλάκα; Θα ‘ρθεις καθόλου από Χίο φέτος; Τόσα χρόνια έχεις να πατήσεις!” Θα μπορούσα να πω ότι λέγε-λέγε με βάλανε σε σκέψεις και τελικά γι’ αυτό αποφάσισα να περάσω φέτος, έστω για τρεις μέρες, αλλά η βαθύτερη αλήθεια βρίσκεται, ως συνήθως, στις ιστορίες – μια ιστορία παλιά, που άφησε το χνάρι της στη μνήμη κάποιων παιδιών με τρόπους που δεν φαντάστηκα ποτέ και ιστορίες που έμαθα να λέω φέτος, που κίνησαν άλλων παιδιών την περιέργεια…

Την πρώτη ιστορία δεν την έχω πει παρά μία φορά, πριν από 10 χρόνια, γύρω από μια φωτιά στην παραλία, όταν το αλκοόλ και η κούραση από τα χαχανητά και τις παλαβωμάρες μας μάς είχαν φέρει σε μια κατάσταση “μεταξύ ξυπνητού κι ονείρου”, που λέει κι ένα τραγούδι. Καθώς βρισκόμασταν σε αυτό το λυκόφως των αισθήσεων και του συνειδητού μας, με την ξαφνική σιωπή να διακόπτουν μόνο το κυματάκι της θάλασσας και οι παράξενοι ήχοι από τη Γλύφάδα (ένας βάλτος-λιμνοθάλασσα δίπλα στον οποίο τα παιδιά ανάβουν μέχρι και σήμερα τις φωτιές τους), κάποια στιγμή άρχισα απλά να μιλάω, όπως θυμάται ο Θοδωρής. Ήταν μια αλλόκοτη ιστορία, ένα pastiche από το παιχνίδι CHANGELING: THE DREAMING, την ταινία SLEEPY HOLLOW και τη δική μου, κουνημένη φαντασία. Η ιστορία περιστρεφόταν γύρω από ένα πλάσμα ονόματι “Γκρίζος Τοντ”, δανεισμένο από το KITHBOOK: SLUAGH (σ. 46 του αρχείου) του προαναφερθέντος παιχνιδιού, το οποίο ερχόταν σε σύγκρουση με τον Ichabod Crane, τον νεαρό ντετέκτιβ της Αμερικής του 1850, που ερευνά τους φόνους στο Sleepy Hollow – τουλάχιστον, όπως τον έπαιζε ο Johnny Depp και όπως το είχε οραματιστεί ο Tim Burton. Το ενδιαφέρον είναι ότι, όπως αποδείχθηκε και φέτος στην Κώμη, κανείς που άκουσε αυτή την ιστορία δεν την έχει ξεχάσει, παρόλο που επίσης κανείς (εμού συμπεριλμβανομένου) δεν θυμάται τι ακριβώς εξιστορούσε. Θυμούνται όμως τα συναισθήματα (κυρίως τρόμου) που τους προκάλεσε, ορισμένες εικόνες, καθώς φυσικά και τον Τοντ, ειδικά το γεγονός ότι έκρυβε ένα στιλέτο μέσα στο λαιμό του και ότι ήταν αδύνατο να τον κρατήσεις έξω από ένα σπίτι.

Η ιστορία αυτή είναι πάντοτε ένα σημείο αναφοράς σε όλες τις συζητήσεις μας που ξεκινούν “θυμάσαι τότε που…;” Η κοινή ανάμνηση εκείνης της παράξενης βραδιάς, σε συνδυασμό με την τωρινή μου ενασχόληση με τις ιστορίες, ήταν ένα σχεδόν ακαταμάχητο δέλεαρ να επαναλάβουμε μια βραδιά με ιστορίες γύρω από τη φωτιά, στην παραλία της Κώμης.

Αυτό μας φέρνει στο δεύτερο κομμάτι της αφορμής (γιατί τα αίτια, όπως πρέπει να έχει καταστεί σαφές, είναι οι αναμνήσεις  20 ετών και οι άνθρωποι που κατοικούν μέσα τους) που με έφερε ξανά στη Χίο. Όταν βρέθηκα με τις προαναφερθείσες δύο Αγγελικές στα Εξάρχεια, στην παρέα μας βρίσκονταν και δυο αρκετά μικρότερα κορίτσια, η Γεωργία Μπεκιάρη και η Λήδα Μαχά. Κουβέντα στην κουβέντα, φτάσαμε και στο θέμα της αφήγησης και βρέθηκα (αναμενόμενα – άλλο που δεν ήθελα) να τους λέω κάποιες από τις ιστορίες που έμαθα φέτος και φυσικά ξανάγινε αναφορά στον διαβόητο Γκρίζο Τοντ από τις Αγγελικές. Το αποτέλεσμα ήταν να υποσχεθώ πως, αν τα κατάφερνα, φέτος θα πήγαινα στη Χίο να τους πω ιστορίες γύρω από τη φωτιά, “όπως τότε που…”

Πράγματι, έτσι έγινε, πρόλο που δεν πρόλαβα τη Λήδα όσο ήταν εκεί, οπότε της χρωστάω μερικές ιστορίες. Θα μπορούσα να πω ακόμα πολλά, πάρα πολλά, αλλά ήδη έχω φλυαρήσει υπέρ του δεόντος και πρέπει κάποια στιγμή να βάλω τις φωτογραφίες και μια  τελεία στην εκτενή αυτη διήγηση. Θα αναφέρω δύο μόνο περιστατικά ακόμα: το ένα είναι ότι, όταν συναντηθήκαμε με τον Χρήστο Δημητράκη, που έχει την “Πανδαισία” στην παραλία, ανάμεσα στα πολλά που είπαμε ήταν και το ακόλουθο:

“Για πες ρε”, μου λέει, “ασχολείσαι ακόμα με εκείνα τα παλαβά όπως τότε; Με τον Τοντ;” κι εκεί έμεινα άφωνος, διότι ομολογώ, δεν πίστευα ότι θα το θυμόταν κι εκείνος κι έτσι πιάσαμε την κουβέντα περί αφήγησης.

Του λέω κάποια στιγμή:

“Αυτή η ιστορία ρε συ… Πρέπει με κάποιο τρόπο να την ξαναγράψω”.

“Να γράψεις ιστορίες για όλα όσα έχουν γίνει εδώ τόσα χρόνια. Αυτό πρέπει να κάνεις“, μου απαντά.

Φυσικά είχε δίκιο κι η σκέψη αυτή δεν παύει να τριβελίζει το μυαλό μου, εξού – εν μέρει – και το παρόν post.

Το δεύτερο “περιστατικό” είναι ότι καταφέραμε με τον Θοδωρή να συναντηθούμε με την Ιωάννα Φραγκίσκου, τα αδέλφια της και μια φίλη τους, στα Μεστά. Θα μου πείτε, ε, σιγά τον πολυέλαιο. Μετά από όλη αυτή την κουβέντα γύρω από τις ιστορίες, τις ξέχωρες ιστορίες μας από τη Χίο – που έχουμε ανταλλάξει με την Ιωάννα στα πρώτα μαθήματα της αφήγησης – και το όλο συναίσθημα αυτού του ταξιδιού, μια τέτοια συνάντηση στο μεσαιωνικό αυτό χωριό (όπου κουβεντιάσαμε, ακόμα μια φορά, για αφήγηση) αποκτά ένα ειδικό βάρος, τουλάχιστον για μένα. Το μόνο που με λυπεί είναι όσα μου περιέγραψε από το τηλέφωνο για τις φωτιές…

Σε κάθε περίπτωση πάντως, αυτές τις τρεις μέρες που ξαναβρέθηκα στην Κώμη συνάντησα πολλούς παλιούς γνωστούς και φίλους, περισσότερους από όσους φανταζόμουν καθότι επέλεξα να φύγω 15 Αυγούστου, όταν όλοι σχεδόν επιστρέφουν εκεί έστω για λίγο. Θυμηθήκαμε ξανά τα παλιά, ανταλλάξαμε ιστορίες και δώσαμε υποσχέσεις να ξαναβρεθούμε – εκεί και πάλι πίσω, ή στο ενδιάμεσο. Μόνο ο χρόνος θα δείξει αν θα κρατήσουμε αυτές τις υποσχέσεις και πόσο ακόμα του ρολογιού οι δείκτες στη θέση τους θα μένουν κολλημένοι. Ό,τι κι αν γίνει όμως, έχουμε πάντα τις ιστορίες μας…

Είδα φυσικά κι άλλους, πολλούς φίλους και γνωστούς απ’ τα παλιά, αλλά για μια φορά θυσίασα το φακό χάριν της κουβέντας και μάλλον δεν το μετανιώνω. Να ‘στε όλοι σας καλά και με λίγη τύχη, θ’ ανταμώσουμε για περισσότερο του χρόνου – με λίγη περισσότερη, ίσως νωρίτερα.

Τουλάχιστον, έτσι λέει το καπέλο.

Α.Μ.

Οι Παραμυθοκόρες στα Πατρικά της Χίου

Οι Παραμυθοκόρες Αντωνία Βέλλιου, Βασιλεία Βαξεβάνη και Ιφιγένεια Κακριδώνη αφηγούνται παραμύθια απόψε στις 21:00 στα Πατρικά της Χίου, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αξάνεμος! Ξέρω ότι κάποιοι που θα διαβάσετε αυτή την ανακοίνωση βρίσκεστε ήδη στη Χίο και σας προτείνω ανεπιφύλακτα να πάτε να τις δείτε και να τις ακούσετε! Εγώ δυστυχώς, στα πλαίσια της απουσίας μου τα τελευταία 6 χρόνια από το νησί που έκανα διακοπές επί τα προηγούμενα 20, δεν θα μπορέσω να παραβρεθώ. Μην επιτρέψετε ωστόσο αυτό να σας εμποδίσει (λέμε τώρα)!!!

Α.Μ.

%d bloggers like this: