ΤΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΘΑΛΑΣΣΙΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ, του Γιώργου Βορέα Μελά

Το μαργαριτάρι της αβύσσου και άλλα θαλασσινά παραμύθιαΤο μαργαριτάρι της αβύσσου και άλλα θαλασσινά παραμύθια by Γιώργος Βορέας Μελάς
My rating: 4 of 5 stars

Πάει καιρός που έχω διαβάσει και ξαναδιαβάσει το βιβλίο του Γιώργου, σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μου και σε διαφορετικές εκδόσεις (τώρα βρίσκεται στην τρίτη του έκδοση, από τις εκδόσεις mamaya πλέον). Την πρώτη φορά, το διάβασα δίχως να γνωρίζω το Γιώργο, επειδή ήταν από τα ελάχιστα αναγνώσματα σύγχρονης (εννοώντας μετά το 2000) ελληνικής λογοτεχνίας που απέδιδαν φόρο τιμής στο λαϊκό παραμύθι και ως μαθητευόμενος, τότε, παραμυθάς, απλά καταβρόχθιζα οτιδήποτε τέτοιο βρισκόταν στο δρόμο μου. Τη δεύτερη φορά, αφού είχαμε γνωριστεί με το Γιώργο, μου χάρισε το αντίτυπο της αναθεωρημένης έκδοσης (ακόμα πριν την εποχή της Άρπης, αλλά σε μια εποχή που είχα ολοκληρώσει την “τυπική” μαθητεία μου ως αφηγητής και είχαμε γνωριστεί στα πλαίσια εκδηλώσεων όπου η αφήγηση και η λογοτεχνία του φανταστικού αποτέλεσαν τη βάση για τις πρώτες συζητήσεις μας).

Τα παραθέτω αυτά για να εξηγήσω πως το βιβλίο του Γιώργου το διάβασα σε κάθε περίπτωση, όχι ως λογοτεχνία του φανταστικού όπως αυτή νοείται συνήθως, αλλά ως μια σύγχρονη παραμυθιακή λογοτεχνία. Ο ιδιόμορφος τρόπος γραφής, η δομή και τα μοτίβα μπορεί να φαντάζουν παράξενα στον “συνηθισμένο” (ας το πούμε) αναγνώστη, αλλά στο δικό μου μάτι είχαν αυτή την αίσθηση προφορικότητας που περιμένεις ν’ ακούσεις από τον αφηγητή, τον ταξιδιώτη που είδαν πολλά τα μάτια του, που άκουσε το τραγούδι των πνιγμένων και τις ιστορίες από τα ίδια τα στόματα των Δρακοβασιλιάδων. Γνωρίζοντας τον Γιώργο, μαθαίνοντας πως ήταν ναυτικός και πως οι ιστορίες αυτές, στην πλειοψηφία τους, γράφτηκαν πράγματι σε μακρινές θάλασσες, είχα το πρίσμα για να τις δω ακόμα καθαρότερα.

Είναι ιστορίες που πράγματι μιλούν για δράκοντες, για γίγαντες, για σκοτεινούς τόπους και νησιά ευλογημένα, όλα θαρρείς βγαλμένα από την “κοινή ελληνική μνήμη” και συνάμα την προσωπική, ανθρώπινη μνήμη του Γιώργου, που με τον τρόπο του μνημονεύει πάντα τη Χίο. Η έλξη και το άλγος που νιώθουν μακριά από τη θάλασσα οι χαρακτήρες είναι η δική του έλξη, το δικό του άλγος, η ανάγκη για το ταξίδι – και σε αυτό το ταξίδι, παίρνει μαζί τον αναγνώστη, που ασφαλής, όσο και ανήμπορος, παρακολουθεί όλα τα φρικτά και θαυμαστά που συμβαίνουν στους ήρωες των ιστοριών.

Είναι επίσης ενδιαφέρον πως όλες οι ιστορίες λαμβάνουν χώρα στο ίδιο “σύμπαν”, στον ίδιο κόσμο. Ακούς σε μια ιστορία για το τραγούδι των πνιγμένων και παρακάτω εξιστορείται το ίδιο το Τραγούδι των Πνιγμένων. Ακούς ξανά και ξανά για τους Δρακοβασιλιάδες κι έρχεται η στιγμή να μάθεις τι ακριβώς συνέβη με αυτούς. Αυτές είναι ορισμένες μόνο από τις “τρίπλες” του βιβλίου, όμως θαρρώ τις υπόλοιπες αξίζει να τις ανακαλύψετε μόνοι σας.

Η παραμυθιακή και μυθολογική υφή των ιστοριών, τους προσδίδουν έναν έντονα ελληνικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, όμως, για τον άνθρωπο που ξέρει πως οι μύθοι και τα παραμύθια είναι κοινή κληρονομιά όλων των λαών, οι ιστορίες αυτές είναι παγκόσμιες.

View all my reviews

ΠΝΕΥΜΑΤΑ, της Ευθυμίας Ε. Δεσποτάκη (Εκδοσεις Mamaya)

Πνεύματα: Μια ιστορία της πικρής στροφήςΠνεύματα: Μια ιστορία της πικρής στροφής by Ευθυμία Δεσποτάκη
My rating: 5 of 5 stars

Πάει αρκετός καιρός που τελείωσα το βιβλίο της Ευθυμίας, όμως μόλις τώρα βρέθηκε λίγος χρόνος να γράψω κάποια λόγια. Θα ξεκινήσω με μια παραδοξότητα: στη δική μου αντίληψη, μια από τις μεγαλύτερες αρετές ενός βιβλίου φαντασίας, είναι να ‘ναι πιστευτό, πράγμα που αμέσως εγείρει ερωτήματα κι ενστάσεις όπως, “μα δράκοι, μαγεία, τέρατα κλπ. κλπ.” Δεν το εννοώ όμως έτσι. Το εννοώ στα πλαίσια της ρήσης: “όλα τα παραμύθια είναι ψέματα κι όλα λένε την αλήθεια”. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τα γεγονότα είναι αληθινά η αληθοφανή, αλλά αν η όποια, όσο κι εξωφρενική τους περιγραφή, περικλείει μια ή περισσότερες αλήθειες, τις οποίες υπηρετεί ο συγγραφέας.

Τα “Πνεύματα” της Ευθυμίας Δεσποτάκη το κάνουν αυτό με ιδιαίτερη ευσυνειδησία. Ο κόσμος, μια φαντασιακή αντανάκλαση της Ελληνιστικής Περιόδου των Επιγόνων, δεν είναι απλά θεμελιωμένος πέτρα-πέτρα κατά τρόπο που πείθει η ύπαρξή του, αλλά ενταγμένος σ’ ένα κοσμογονικό πλαίσιο που επιτρέπει να έχει πραγματικά υπάρξει, ή να υπάρξει όταν ο κόσμος μας βρεθεί σε μια επόμενη, δική του Πικρή Στροφή.

Οι χαρακτήρες, έπειτα, δεν υπάρχει καμία στιγμή που δίνουν την αίσθηση ότι είναι προϊόντα “αυτόματης γένεσης”, αλλά έχουν δομηθεί και παρουσιάζονται σαν προϊόν των εμπειριών τους: δεν είναι ηθοποιοί που απλά βγαίνουν στη σκηνή για λίγες σελίδες, προς τέρψιν του αναγνώστη κι ύστερα επιστρέφουν σαν ανδρείκειλα σε κάποιο αποθηκευτικό χώρο, περιμένοντας την επόμενη παράσταση. Έχουν σάρκα και οστά, πόνους, πίκρες και σώψυχα που πρέπει πρώτα να αποδεχτούν και ν’ αντιμετωπίσουν οι ίδιοι, πριν μπορέσουν ν’ ανοιχτούν μεταξύ τους, όταν κι εφ’ όσον είναι δυνατόν να συμβεί.

Οι θεοί, τέλος, που αποτελούν μια ξεχωριστή κατηγορία από τους υπόλοιπους χαρακτήρες, αντανακλούν, κατ’ εικασία δική μου, δύο ιστορικές και φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Οι γνώριμοι θεοί, όπως οι θεοί του αρχαιοελληνικού κι ελληνιστικού κόσμου, δεν δρουν απλά “ανθρώπινα”, αναγνωρίσιμα, αλλά κυριολεκτικά περπατούν ανάμεσα στους ανθρώπους, μονάχα κατ’ επίφασιν κρυμμένοι. Κατ’ ουσία, αντανακλούν την ίδια την ανθρωπότητα που τους λατρεύει. Οι άλλοι θεοί όμως, οι μη γνώριμοι, είναι ανεξιχνίαστοι, οδηγούν με την ίδια ευκολία στην έκσταση ή στην τρέλα, είναι φαινομενικά συνάμα παντογνώστες και ανόητοι, όπως αυτό φαίνεται στα μάτια των θνητών, που πασχίζουν να ερμηνέψουν τις βουλές τους με ακατάλληλα εργαλεία.

Σε τελική ανάλυση, πέρα από αυτά και άλλα πολλά στοιχεία που διέπουν τη δομή και την πλέξη του κόσμου, το βιβλίο είναι επίσης μια καλοφτιαγμένη περιπέτεια, όπου ένας κατά περίπτωση κυνικός, φιλάργυρος, ευφυής, , αφοσιωμένος και με χαμηλή αυτοεκτίμηση νεαρός, πρέπει να μάθει πώς να γδυθεί την ψυχολογική αρματωσιά με την οποία τον έχουν φορτώσει οι ταλαιπωρίες του, να πάψει να βλέπει τον κόσμο άσπρο-μαύρο και να διεκδικήσει τη θέση του σαν οντότητα ανεξάρτητη από κηδεμόνες, αρχόντισσες, μάγισσες και θεούς.

Αν μη τι άλλο, αν απολαμβάνετε να περιδιαβαίνετε κόσμους γεμάτους όψεις, μυρωδιές και απολαύσεις, που από τις λέξεις στο χαρτί και διαμέσω του νου γαργαλούν φασματικά τις αισθήσεις, προτείνω αυτό το βιβλίο ανεπιφύλακτα.

A.M.

View all my reviews

ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ (Εκδόσεις Mamaya)

Τη Δευτέρα κυκλοφόρησε το βιβλίο μου, με τίτλο ΤΟ ΑΜΟΝΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ. Μαζί με τα ΠΝΕΥΜΑΤΑ της Ευθυμίας Ε. Δεσποτάκη, αποτελεί το “εναρκτήριο λάκτισμα” της σειράς “Άρπη” των Εκδόσεων Mamaya, μια προσέγγιση της λογοτεχνίας του φανταστικού με ελληνικό πρόσημο. Το βιβλίο αποτελεί μια εκδοχή του λεγόμενου Ταξιδιού του Ήρωα, με τη διαφορά πως ο αφηγητής δεν είναι, ούτε προσπαθεί να γίνει ήρωας. Είναι ένας άνθρωπος που ανακαλύπτει σχεδόν τυχαία τη δύναμη των ιστοριών και περπατά ανάμεσα σε δύο κόσμους για να τις κάνει κτήμα του. Είναι επίσης ένας φαντασιακός στοχασμός πάνω στη φύση των ιστοριών και του παραμυθά. Κατά μία έννοια, είναι ο δρόμος που οδηγεί τον λεγόμενο “ιδανικό ακροατή” να γίνει παραμυθάς κι ο ίδιος.

To Amoni - Cover Final

Η ιστορία ξεκινά με πραγματικά γεγονότα, πριν από δεκατρία χρόνια (που έγιναν δεκατέσσερα μέχρι να τελειώσω το βιβλίο και να τυπωθεί), σ’ ένα μικρό χωριό της Χίου. Μέσα παρελαύνουν πραγματικοί άνθρωποι, που έυκολα θ’ ναγνωρίσουν τους εαυτούς τους, είτε όπως τους αντιλαμβάνονται, είτε όπως τους αντιλήφθηκα εγώ. Τα γεγονότα και οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν σημείο έναρξης, σταθμούς και βοηθούς σε αυτό το ταξίδι από το Εδώ  στο Εκεί και πάλι πίσω. Στο δρόμο απάνω, μέσα στην ιστορία, ακούγονται άλλες ιστορίες: μία τη λέει ένας αναμαλλιασμένος άνδρας σε μια πλατεία, μία τη σφυρηλατεί ο αφηγητής του ταξιδιού πάνω στο Αμόνι που Τραγουδά, τις υπόλοιπες… ε, αυτό θ’ αφήσω να το ανακαλύψει ο ανγνώστης μόνος του.

Τις ιστορίες αυτές – παραμύθια, μύθους, αστικά παραληρήματα – τις έφτιαξα στο διάστημα των τελευταίων πέντε ετών – και λέω “τις έφτιαξα”, διότι μερικές πρώτα τις έγραψα και μετά τις αφηγήθηκα, όπως τον “Φαμπούλ-Σα” και τη “Σφυρήλατη Καρδιά”, τις περισσότερες πρώτα τις αφηγήθηκα και μετά τις κατέγραψα, προσπαθώντας να διατηρήσω στο κείμενο το πώς ακούγονταν, όπως το “Αλύχτισμα των Σκύλών” και  το “Γκρίζο Μαχαίρι”, του οποίου ένα μικρό απόσπασμα πόσταρα κάποτε εδώ. Είναι και μερικές που δεν έχουν ακουστεί ποτέ, έχουν όμως ίσως διαβαστεί.

Σε μια συζήτηση γύρω από το βιβλίο και πώς μπορεί να περιγραφεί με απλά λόγια, κάποιος μου είπε “σαν τις Χίλιες και Μία Νύχτες”. Υπό την έννοια πως υπάρχουν ιστορίες η μία μες στην άλλη, ίσως. Κατά τα άλλα, δεν θα τολμούσα ποτέ να συγκρίνω τα δύο, ούτε έχουν οι δικές μου ιστορίες τον εκπληκτικό ερωτισμό της Ανατολής. Παρόλο που μπορεί να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους, νομίζω η φράση που αποδίδει ορθότερα το πνέυμα του βιβλίου είναι η ακόλουθη:

 “Όλα όσα μας συμβαίνουν, μόλις περάσει η στιγμή τους, είναι απλά ιστορίες, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο”.

Καλή ανάγνωση…

Α.Μ.

%d bloggers like this: