ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ, του Περικλή Μποζινάκη (Εκδόσεις Ars Nocturna)

Σελίδες από το πουθενάΣελίδες από το πουθενά by Περικλής Μποζινάκης
My rating: 5 of 5 stars

Το “τέλειο βιβλίο” είναι σε μεγάλο βαθμό κάτι υποκειμενικό, κατά κανόνα ιδιαίτερα σπάνιο, αν όχι ανύπαρκτο, οπότε εν προκειμένω θα ξεκινήσω με το μοναδικό μου παράπονο από το παρόν: δεν ξέρω αν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο, καθότι αυτό επαφείεται πάντα στην ιδεατή μορφή που έχει γι’ αυτό ο συγγραφέας – θα ήθελα όμως να είναι. Αυτό είναι όλο – και προχωρώ στην ουσία του πράγματος.

Το βιβλίο αυτό είναι μια συλλογή από στοχασμούς: λογοτεχνικούς, υπαρξιακούς και μεταξύ τους αλληλεπιδρώντες. Μιλά για τον Κάφκα, τον Ντοστογιέφσκι, τον Πόε, τον Μπάλαρντ, τον Μπράντμπερι, τον Μπάροουζ και μέσα από όλους αυτούς για τις όψεις, τις προβληματικές και τις σχιζοφρένειες της ανθρώπινης ύπαρξης.

Μέσα σε όλα αυτά, ο Περικλής Μποζινάκης μιλά επίσης για τον εαυτό του και παρά να μείνει μια απόμακρη πένα, πλησιάζει τον αναγνώστη, όπως άλλοτε τον ακροατή σε μια γνώριμη σκηνή, σ’ ένα μπαρ σκοτεινό όσο και φιλόξενο και του λέει πως οι στοχασμοί αυτοί κι οι αγωνίες δεν είναι απλά κάποια θεωρητικά κατασκευάσματα, αλλά πηγάζουν από τα νωπά σωθικά ενός ανθρώπου.

Είναι ένα βιβλίο γεμάτο στοχασμούς που γεννούν συνειρμούς και κατ’ επέκταση άλλους στοχασμούς, ένα βιβλίο που προσκαλεί τον αναγνώστη να διαβάσει, να ψάξει και τελικά να ενεργήσει, με όποιον τρόπο αυτός νομίζει, για όσα περιέχονται στις Σελίδες από το Πουθενά.

Είναι ένα βιβλίο για τον σκεπτόμενο άνθρωπο και τους πολλούς του πόνους και θαρρώ κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος θα βρει μέσα ένα απόσταγμα σκέψεων που πιθανώς να τον κάνουν να νιώθει λιγότερο μόνος – να νιώσει πως δεν είναι ένας μονήρης τρελός σε έναν κόσμο επικοινωνιακών σκουπιδιών και άγονης καλλιέργειας από “Likes”.

Καθότι ο σκεπτόμενος άνθρωπος συχνά αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιος, υποβάλλοντας ύστερα τον ισχυρισμό στη δοκιμασία των υπολοίπων, δεν ξέρω αν είμαι πραγματικά τέτοιος (άλλωστε, κατά μία εκδοχή, κάθε πραγματικότητα είναι υποκειμενική). Ωστόσο, παραθέτω το απόσταγμα που βρήκα πιο οικείο και το οποίο πλέον συχνά επαναλαμβάνω:

“Ο Αυτοσκοπός οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον εθισμό και μετά στην καταστροφή”.

Α.Μ.

View all my reviews

Advertisements

ΠΝΕΥΜΑΤΑ, της Ευθυμίας Ε. Δεσποτάκη (Εκδοσεις Mamaya)

Πνεύματα: Μια ιστορία της πικρής στροφήςΠνεύματα: Μια ιστορία της πικρής στροφής by Ευθυμία Δεσποτάκη
My rating: 5 of 5 stars

Πάει αρκετός καιρός που τελείωσα το βιβλίο της Ευθυμίας, όμως μόλις τώρα βρέθηκε λίγος χρόνος να γράψω κάποια λόγια. Θα ξεκινήσω με μια παραδοξότητα: στη δική μου αντίληψη, μια από τις μεγαλύτερες αρετές ενός βιβλίου φαντασίας, είναι να ‘ναι πιστευτό, πράγμα που αμέσως εγείρει ερωτήματα κι ενστάσεις όπως, “μα δράκοι, μαγεία, τέρατα κλπ. κλπ.” Δεν το εννοώ όμως έτσι. Το εννοώ στα πλαίσια της ρήσης: “όλα τα παραμύθια είναι ψέματα κι όλα λένε την αλήθεια”. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τα γεγονότα είναι αληθινά η αληθοφανή, αλλά αν η όποια, όσο κι εξωφρενική τους περιγραφή, περικλείει μια ή περισσότερες αλήθειες, τις οποίες υπηρετεί ο συγγραφέας.

Τα “Πνεύματα” της Ευθυμίας Δεσποτάκη το κάνουν αυτό με ιδιαίτερη ευσυνειδησία. Ο κόσμος, μια φαντασιακή αντανάκλαση της Ελληνιστικής Περιόδου των Επιγόνων, δεν είναι απλά θεμελιωμένος πέτρα-πέτρα κατά τρόπο που πείθει η ύπαρξή του, αλλά ενταγμένος σ’ ένα κοσμογονικό πλαίσιο που επιτρέπει να έχει πραγματικά υπάρξει, ή να υπάρξει όταν ο κόσμος μας βρεθεί σε μια επόμενη, δική του Πικρή Στροφή.

Οι χαρακτήρες, έπειτα, δεν υπάρχει καμία στιγμή που δίνουν την αίσθηση ότι είναι προϊόντα “αυτόματης γένεσης”, αλλά έχουν δομηθεί και παρουσιάζονται σαν προϊόν των εμπειριών τους: δεν είναι ηθοποιοί που απλά βγαίνουν στη σκηνή για λίγες σελίδες, προς τέρψιν του αναγνώστη κι ύστερα επιστρέφουν σαν ανδρείκειλα σε κάποιο αποθηκευτικό χώρο, περιμένοντας την επόμενη παράσταση. Έχουν σάρκα και οστά, πόνους, πίκρες και σώψυχα που πρέπει πρώτα να αποδεχτούν και ν’ αντιμετωπίσουν οι ίδιοι, πριν μπορέσουν ν’ ανοιχτούν μεταξύ τους, όταν κι εφ’ όσον είναι δυνατόν να συμβεί.

Οι θεοί, τέλος, που αποτελούν μια ξεχωριστή κατηγορία από τους υπόλοιπους χαρακτήρες, αντανακλούν, κατ’ εικασία δική μου, δύο ιστορικές και φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Οι γνώριμοι θεοί, όπως οι θεοί του αρχαιοελληνικού κι ελληνιστικού κόσμου, δεν δρουν απλά “ανθρώπινα”, αναγνωρίσιμα, αλλά κυριολεκτικά περπατούν ανάμεσα στους ανθρώπους, μονάχα κατ’ επίφασιν κρυμμένοι. Κατ’ ουσία, αντανακλούν την ίδια την ανθρωπότητα που τους λατρεύει. Οι άλλοι θεοί όμως, οι μη γνώριμοι, είναι ανεξιχνίαστοι, οδηγούν με την ίδια ευκολία στην έκσταση ή στην τρέλα, είναι φαινομενικά συνάμα παντογνώστες και ανόητοι, όπως αυτό φαίνεται στα μάτια των θνητών, που πασχίζουν να ερμηνέψουν τις βουλές τους με ακατάλληλα εργαλεία.

Σε τελική ανάλυση, πέρα από αυτά και άλλα πολλά στοιχεία που διέπουν τη δομή και την πλέξη του κόσμου, το βιβλίο είναι επίσης μια καλοφτιαγμένη περιπέτεια, όπου ένας κατά περίπτωση κυνικός, φιλάργυρος, ευφυής, , αφοσιωμένος και με χαμηλή αυτοεκτίμηση νεαρός, πρέπει να μάθει πώς να γδυθεί την ψυχολογική αρματωσιά με την οποία τον έχουν φορτώσει οι ταλαιπωρίες του, να πάψει να βλέπει τον κόσμο άσπρο-μαύρο και να διεκδικήσει τη θέση του σαν οντότητα ανεξάρτητη από κηδεμόνες, αρχόντισσες, μάγισσες και θεούς.

Αν μη τι άλλο, αν απολαμβάνετε να περιδιαβαίνετε κόσμους γεμάτους όψεις, μυρωδιές και απολαύσεις, που από τις λέξεις στο χαρτί και διαμέσω του νου γαργαλούν φασματικά τις αισθήσεις, προτείνω αυτό το βιβλίο ανεπιφύλακτα.

A.M.

View all my reviews

DUNGEONS & DRAGONS: CASTLE RAVENLOFT BOARD GAME (Wizards of the Coast)

Μια και επέστρεψα στα συγγραφικά μου καθήκοντα, νομίζω είναι καιρός να ασχοληθώ με ένα ακόμα από τα ζητήματα της Φθινοπωρινής Ατζέντας, δηλαδή το πλήρες review του επιτραπέζιου CASTLE RAVENLOFT, για το οποίο σας είχα αρχικά μιλήσει εδώ. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τότε που έγραψα εκείνο το post μέχρι σήμερα, εγγυήθηκε όχι μόνο ένα καλό και σωστό playtesting, αλλά το ότι δοκιμάσαμε εκτενώς τις δυνάμεις μας στο παιχνίδι, έχοντας φτάσει να παίξουμε κάπου 6-7 (εάν δεν απατώμαι) quests.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή: όπως είχαμε πει και στο preview, το παιχνίδι έχει βασική δομή dungeon crawl, κοινώς οι χαρακτήρες κινούνται μέσα στα μποντρούμια του Castle Ravenloft, συναντόντας τέρατα και παγίδες, ανακαλύπτοντας θησαυρό και αντιμετωπίζοντας απρόβλεπτες καταστάσεις που εγγυάται το τυχαίο τράβηγμα καρτών. Το παιχνίδι έχει φτιαχτεί για 1-5 παίκτες (ναι, όπως και στο ARKHAM HORROR, μπορείτε να παίξετε και μόνοι σας “εναντίον του παιχνιδιού”) και η μόνη ελπίδα επιβίωσης είναι οι παίκτες να έχουν ομαλή και μελετημένη συνεργασία.

Υπάρχει η επιλογή μεταξύ 5 διαφορετικών χαρακτήρων (Dwarf Priest, Eladrin Mage, Dragonborn Fighter, Human Rogue, Human Ranger – η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι 100% σίγουρος για τα races των δύο τελευταίων, καθότι έχω αφήσει το παιχνίδι εκεί όπου μαζευόμαστε, αλλά η διαφορά είναι ούτως ή άλλως μόνο οπτική), ο καθένας με τα δικά του υπέρ και κατά ή μάλλον μόνο με “διαφορετικά υπέρ”, τα οποία ουσιαστικά συνίστανται στην διαθέσιμη γκάμα δυνάμεών του καθενός. Το είδος και η ταξινόμηση των δυνάμεων (At-Will, Utility, Daily) είναι μια απλοποιημένη εκδοχή αυτών του D&D 4th Edition, με τις At-Will να κατέχουν τη θέση των συνηθισμένων – και με δυνατότητα απεριόριστης χρήσης – επιθέσεων των χαρακτήρων, τις Daily να είναι οι ισχυρότερες επθέσεις που χρησιμοποιούνται μία φορά αναά παρτίδα (οπότε και η κάρτα τους γυρνά στο πλάι), εκτός αν κάποια άλλη συνθήκη δώσει τη δυνατότητα επιπλέον χρήσης τους (Treasure ή Event) και τις Utility να επιτελούν συνήθως κάποια άλλη, μη επιθετική, αλλά τρομακτικά χρήσιμη λειτουργία (θεραπεία, αποφυγή επίθεσης, απενεργοποίηση παγίδας ή Event κλπ.), επίσης μια φορά ανά παρτίδα, επίσης με την εξαίρεση ειδικών συνθηκών.

Όλοι λοιπόν οι χαρακτήρες ξεκινούν το παιχνίδι με 5 δυνάμεις στη διάθεσή τους (με την εξαίρεση του Ranger, ο οποίος είναι ο μόνος που έχει τη δυνατότητα να κάνει 1 damage αυτόματα σε ένα τέρας δίπλα του, δίχως να ρίξει ζάρι), καθώς και 1 τυχαίο Treasure, το οποίο μπορεί να είναι αντικείμενο ή ένα προσωρινό bonus. Έπειτα τοποθετούνται όλοι στο Starting Tile (συνήθως) και οι παίκτες διαλέγουν τη σειρά με την οποία θα ενεργοποιούνται.

Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο του παιχνιδιού είναι ότι, με εξαίρεση ορισμένα προαπαιτούμενα από την κάθε περιπέτεια, το “ταμπλώ” της κάθε παρτίδας είναι ουσιαστικά τυχαίο. Τα τετράγωνα κομμάτια (tiles) που ενώνονται μεταξύ τους για να σχηματίσουν τη διαδρομή των παικτών μέσα στα μπουντορύμια του κάστρου μαζεύονται σε μία στοίβα και ο κάθε παίκτης στη σειρά του έχει τη δυνατότητα, αν βρεθεί σε κάποια από τις “ανοιχτές” άκρες του tile, να προβεί σε εξερεύνηση, τραβώντας ένα νέο tile από τη στοίβα. Το τοποθετεί στο ανοιχτό άκρο που εξερεύνησε, τραβά μια τυχαία Monster Card και τοποθετεί την αντίστοιχη φιγούρα του τέρατος στο νέο tile. Αν το tile έχει πάνω μαύρο βελάκι, τότε τραβάει και ένα Encounter Card (συνήθως κάτι κακό για τον ίδιο αλλά και τους συμπαίκτες του). Εάν όχι, ενεργοποιεί το τέρας που εμφανίστηκε σύμφωνα με τις οδηγίες της κάρτας και τελειώνει τη σειρά του (ναι, ένα νεοεμφανισθλεν τέρας μπορεί να επιτεθεί στον γύρο που εμφανλίστηκε, αλλά ο παίκτης μπορεί να επιτεθεί μόνο στην αρχή της σειράς του, σε τέρατα που είναι ήδη στο ταμπλώ).

Αυτή η διαδικασία, βάσει της οποίας ένας παίκτης μπορεί να σημάνει αθέλητά του την καταστροφή για το σύνολο του γκρουπ (συνήθως με encounter Card, αλλα ενίοτε και με λάθος τέρας τη λάθος στιγμή), κρατά τους παίκτες σε εγρήγορση και δίνει μια αίσθηση συνεχούς κινδύνου και επερχόμενου ολέθρου. Επιπροσθέτως, οι ειδικές συνθήκες κάθε σεναρίου (για παράδειγμα, στην πρώτη περιπέτεια, κάθε tile με άσπρο βελάκι σηματοδοτεί την κίνηση του Ηλίου και όταν ο Ήλιος δύσει ξυπνά ο Strahd, τον οποίο ειδικά στο πρώτο σενάριο ΔΕΝ μπορείτε να νικήσετε – πιστέψτε με, προσπαθήσαμε με ό,τι είχαμε και δεν είχαμε) προσθέτουν επιπλέον εμπόδια για τους παίκτες, εντείνοντας την αίσθηση του πανικού. Τέλος, σε κάθε σενάριο (μέχρι στιγμής) ο στόχος ήταν να ανακαλύψουμε ένα συγκεκριμένο δωμάτιο (ήτοι, να τραβήξουμε το αντίστοιχο tile από τη στοίβα) και να κάνουμε ό,τι προϋπέθεταν οι συνθήκες νίκης. Έλα όμως που το σχετικό tile είναι ανακατεμένο σε έναν προκαθορισμένο αριθμό άλλων tiles… Προσθέτοντας αυτόν τον παράγοντα του αγνώστου, το παιχνίδι πληροί όλες τις προϋποθέσεις για να αντανακλά επάξια την καταγωγή του.

Αν προσθέσει κανείς σε όλα αυτά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ασάφειες στους κανόνες, ότι το παιχνίδι συνήθως δεν κρατά πάνω από δυο ώρες, ότι όλα τα κομμάτια του είναι εξαιρετικά προσεγμένα από άποψη κατασκευής και εικονογράφησης, καθώς και την προσωπική μου ικανοποίηση ότι όλες οι ζαριές ρίχνονται με εικοσάεδρο ζάρι, εύκολα το κατατάσσω ανάμεσα στα καλύτερα επιτραπέζια του είδους που κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή.Αν έπρεπε να σημειώσω κάτι αρνητικό, αυτο είναι ότι οι χαρακτήρες μπορούν να πάνε μόνο από το 1o στο 2ο Level και αυτό εξαρτάται κυρίως από το αν θα φέρουν 20 στο ζάρι.

Καθότι την άποψή μου μοιάζουν να συμμερίζονται σε μεγάλο βαθμό και οι υπόλοιποι παίκτες, αποφάσισα να αγοράσω και μερικές χρωματισμένες μινιατουρες για τους χαρακτήρες μας (στο παιχνίδι οι μινιατούρες είναι κατηγοριοποιημένες ανά μονό χρώμα – Άσπρο για Undead, Καφέ για Beast, ημιδιάφανο Μπλε για Spectral Undead, βαθύ Μπλε για τους Ήρωες και Γκρι για τους Unique Villains).

H τιμή του (60 ευρώ για μας), αν και ως συνήθως κάπως τσουχτερή, είναι με το παραπάνω δικαιολογημένη. Να δω τι θα κάνουμε όταν κυκλοφορήσει το επόμενο της ίδιας σειράς, το WRATH OF ASHARDALON.

Έτσι φτάνουμε και στη βαθμολογία…

Σαφήνεια Κανόνων: 10

Ροή: 9

Αισθητική: 8

Πρωτοτυπία: 5

ΣΥΝΟΛΟ: 8

Α.Μ.

ARKHAM HORROR (Fantasy Flight Games)

Ήρθε η ώρα να ξεκινήσουμε σιγά-σιγά αυτό που ανέφερα στο “Το Εικοσάεδρο Ερρίφθη” (ναι, το ξέρω, πάει καιρός), δηλαδή την παρουσίαση κάποιων από τα εξαιρετικά επιτραπέζια που κυκλοφορούν εκεί έξω και μπορούν να παρέχουν ώρες δημιουργικής ψυχαγωγίας, ενώ ταυτόχρονα πολλά από αυτά είναι βασισμένα σε μεγάλα λογοτεχνικά έργα. Έτσι και το παρόν, βασισμένο στο μεταφυσικό μυθολογικό corpus του H.P. Lovecraft, φέρνει τους παίκτες αντιμέτωπους με τα πλάσματα του μεταφυσικού τρόμου που γέννησε η συγκεκριμένη σχολή – διότι στα βήματα του Lovecraft ακολούθησαν μια πληθώρα συγγραφέων, ορισμένοι εκ των οποίων μάλιστα συνεργάστηκαν μαζί του (Robert Bloch, Robert E. Howard, August Derleth, Clark Ashton Smith) και οι οποίοι εμπλούτισαν και διεύρυναν το τρομώδες κοσμοείδωλό του.

Στο ARKHAM HORROR της Fantasy Flight παρουσιάζεται μια απλουστευμένη, πλην πολύ πιο καταστροφική εκδοχή των περιστάσεων που περιγράφονται στις ιστορίες του Lovecraft: κοινώς, ένας από τους Μεγάλους Παλαιούς (διασημότεροις εκ των οποίων ο Cthulhu) βρίσκεται κουλουριασμένος στον αέναο ύπνο του κάτω από την λογοτεχνική πόλη στο επίκεντρο πολλών εκ των προαναφερθέντων ιστοριών, το Arkham της Μασσαχουσέτης στην Αμερική. Στην αρχή κάθε γύρου (ή στο τέλος του προηγούμενου, όπως τυπικά παρουσιάζεται στους κανόνες) μια κάρτα αποφασίζει σε ποια τοποθεσία του Arkham ανοίγει πύλη προς κάποια από τις αλλόκοτες διαστάσεις, πού εμφανίζονται στοιχεία που μπορούν να αξιποιήσουν οι παίκτες (στο παιχνίδι “investigators”), καθώς και άλλες ειδικές συνθήκες που αφορούν τον καιρό, συγκεκριμένες τοπθεσίες ή τα τα ποικίλα τέρατα που λυμαίνονται σταδιακά την πόλη και το ταμπλώ).

Το παιχνίδι είναι βασικά μια κούρσα ενάντια στο χρόνο, η οποία είναι κάθε άλλο παρά γραμμική: κάθε πύλη που ανοίγει φέρνει πιο κοντά την αφύπνηση του κοιμισμένου Μεγάλου Παλαιού (πρόοδος που σημειώνεται με Doom Tokens πάνω στην κάρτα του “τελικού εχθρού”), καθ’ οποίαν περίπτωση οι investigators θα πρέπει να τον αντιμετωπίσουν “στα ίσια” με ό,τι εφόδια έχουν συλλέξει στη διάρκεια του παιχνδιού (συνηθισμένα αντικείμενα όπως πιστόλια, ρόπαλα κλπ, μέχρι αρχαία τεχνουργήματα, μαγικές επικλήσεις, βιβλία, ακόμα και σπαθιά). Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι συνήθως ο τελικός και αμετάκλητος θάνατος ή παραφροσύνη των investigators μετά από μια επίπονη μάχη και κατά περίπτωση, η αφύπνηση του Μεγάλου Παλαιού σημαίνει αυτόματα το τέλος του κόσμου, δίχως καν μάχη (όπως στην περίπτωση του Azathoth). Επίσης, κάθε Μεγάλος Παλαιός έχει και μια λιγότερο ή περισσότερο σημαντική δυναμη η οποία επηρεάζει το παιχνίδι σε όλη τη διάρκειά του, πριν ακόμα αφυπνιστεί.

Ουσιαστικά οι investigators πρέπει να κατορθώσουν να εκπληρώσουν κάποιες προϋποθέσεις που ολοκληρώνουν την παρτίδα υπέρ τους, πριν φτάσουν ανα αντιμετωπίσουν τον Μεγάλο Παλαιό (όπως να έχουν σφραγίσει έναν συγκεκριμένο αριθμό πυλών με το Elder Sign, ή να έχουν κλείσει έναν αριθμό πυλών που εξαρτάται από τον αριθμό των παικτών). Στην πορεία μπορεί να χαθούν μέσω μια πύλης σε μια άλλη διάσταση ή στον Χώρο και τον Χρόνο (επίσης συνθήκη θανάτου κατά περίπτωση), να αποκτήσουν συμμμάχους, νέες ικανότητες και ιδιότητες (όπως αστυνομικοί βοηθοί ή μέλη του Silver Lodge), να βρεθούν αντιμέτωποι με μια πόλη που έχει αρχίσει να εγκαταλείπεται λόγω του τρόμου που προκαλούν οι ορδές τεράτων, στερώντας τους πρόσβαση σε ποικίλα αγαθά, καθώς και στο νοσοκομείο και το ψυχιατρείο, τα μόνα ίσως μέρη που βρίσκονται μεταξύ των ιδίων και ενός φρικτού τέλους.

Πολύ ενδιαφέροντα σημεία του παιχνιδιού είναι ότι ουσιαστικά όλοι οι παίκτες έχουν ως αντίπαλο το “σύστημα” και πρέπει να συνεργαστούν αντί να ανταγωνίζονται (ειδάλλως έχουν ελάχιστες πιθανότητες να επιβιώσουν, πόσο μάλλον να κερδίσουν), υπάρχει πρόβλεψη για το γεγονός ότι τα πλάσματα της μυθολογίας του Lovecraft, καθώς και η γενικότερη επαφή με το υπερφυσικό έχει πολύ μεγάλο τίμημα πάνω στα ανθρώπινα λογικά και ακόμα περισσότερο, υπάρχει πρόβλεψη για τον ολοκληρωτικό θάνατο χαρακτήρων: οι παίκτες επιλέγουν τους χαρακτήρες από μια μεγάλη γκάμα που περιλαμβάνεται στο παιχνίδι και στην περίπτωση που αυτός με τον οποίο ξεκίνησαν καταστραφεί ολοκληρωτικά (“devoured” στην ορολογία του παιχνιδιού), δεν έχουν παρά να διαλέξουν έναν νέο από τους αχρησιμοποίητους. Δεδομένου ότι το παιχνίδι είναι φτιαγμένο για 1-8 παίκτες (ναι, μπορείτε να παίξετε και μόνοι σας) και υπάρχουν 16 διαθέσιμοι investigators, είναι πολύ απίθανο ο θάνατος ενός χαρακτήρα να αφήσει κάποιον έξω από το παιχνίδι.

Από την εμπειρία που είχα ως τώρα, το παιχνίδι πράγματι μπορεί να κρατήσει από 2 ως 6 ώρες (όπως λέει και το κουτί), ανάλογα με τη στρατηγική και την αποτελεσματικότητα στη συνεργασία των παικτών, τα οποία βεβαίως επηρεάζονται και από την Mythos card που ανοίγει σε κάθε γύρο (και μπορεί να τους κάνει τη ζωή πολύ πιο δύσκολη και σπανίως, κάπως πιο εύκολη). Μία λάθος απόφαση μπορεί να μετατρέψει ένα σύντομο παιχνίδι σε ολονύκτιο μαραθώνιο.

Εκτός από το βασικό κουτί του ARKHAM HORROR (το οποίο σας διαβεβαιώ ότι επαρκεί για πάμπολλες νύχτες παιχνδιού), η Fantasy Flight έχει βγάλει και αρκετές επεκτάσεις, οι οποίες είτε προσθέτουν μια νέα από τις διαβόητες τοποθεσίες του Lovecraft (Innsmouth, Kingsport) – κοινώς ένα τελείως καινούργιο ταμπλώ με νέα τέρατα, κανόνες, αντικείμενα, συνθήκες κλπ. – είτε κανόνες και κάρτες που αφορούν κάποιον από τους Μεγάλους Παλαιούς του αρχικού κουτιού (SHADOW OF THE BLACK PHARAOH για τον Nyarlathotep, THE KING IN YELLOW για τον Hastur και άλλα). Μπορείτε να δείτε περισσότερα στο αρχικό link του παιχνιδιού.

Για να έχουν όμως και ένα νόημα αυτά τα άρθρα, θα πρέπει να δίνω και κάποιου είδους βαθμολογία (από το 1 στο 10). Έτσι λέω να τη χωρίσω στα εξής: “Σαφήνεια Κανόνων” που αφορά την ποιότητά τους στην δοκιμή της πρτοσεκτικής ανάνγωσης, διότι είναι σχετικά εκτενείς, “Ροή” που αφορά το πόσο εύκολα κυλάει το παιχνίδι μετά την κατανόηση των κανόνων, το κατά πόσο πρέπει κανείς να ανατρέχει σε αυτούς για να λύσει διαφωνίες κλπ., “Αισθητική” που αφορά την οπτική αξία του ταμπλώ, των κομματιών κλπ.  και “Πρωτοτυπία”, αυτό που λέει η λέξη. Εντίμως όμως πρώτα να σας πω ότι η ΚΑΪΣΣΑ έχει το βασικό κουτί στα 60 ευρώ, αλλά η τιμή αυτή ανταποκρίνεται στην αμερικάνικη και πιστέψτε όταν λέω ότι θα το αποσβέσετε.

Σαφήνεια Κανόνων: 8

Ροή: 9

Αισθητική: 10

Πρωτοτυπία: 8

ΣΥΝΟΛΟ: 9

%d bloggers like this: